342677 Μηνύματα  51036 Θέματα  106331 Μέλη  56 Online
Σελίδα 2 από 2 ΠρώτηΠρώτη 12
Εμφάνιση αποτελεσμάτων : 11 έως 16 από 16

Θέμα: Η Γλώσσα των Κερκυραίων

  1. #11
    Blogthean
    Δεν έχει οριστεί status
     
    Το avatar του χρήστη aslan
    Εγγραφή
    10-11-2008
    Περιοχή
    ΚΕΡΚΥΡΑ
    Μηνύματα
    596
    Blogthea Money
    25.918
    Ευχαριστώ
    435
    Ευχαριστήθηκε 1.162 Φορές σε 240 Posts

    Προεπιλογή Απάντηση: Η Γλώσσα των Κερκυραίων

    Π-Ρ





    Π
    Παβιόνι (το): Κιόσκι – τέντα (Ital. Padiglione Franc. Pavillon).
    Πάγα (η): Πληρωμή (Ital. Pago).
    Παγαδώνω : Δωροδοκώ (Ital. Paga = πληρωμή).
    Πάγανα (τα): Καλικάτζαροι ( Παγανισμός;;;;;;;).
    Παγγαλέτο (το): Παραπέτο που καλύπτει το κάτω μέρος του κρεβατιού.
    Παγγέτο (το): Συρτάρι τραπεζιού.
    Παγιαρίτσο (το): Στρώμα από ξεραμένα φύλλα καλαμποκιού (Ital. Paglia riccio= στριφογυριστό άχυρο.
    Πάγκα (η): Πάγκος πωλητού.(Ital. Panca).
    Παγκάδα (η): Σειρά πάγκων.
    Παγκούλι (το): Μικρό σκαμνί ,παγκάκι (Ital. Pancone=Μεγάλος πάγκος).
    Παγουνάτσο (το): Μπορντό χρώμα (Ital. Paonazzo =Μενεξεδί).
    Παδήρησε : Τρελάθηκε – Έχασε τα λογικά του.
    Παερίτσο (το): Μικρό στρώμα από χόρτο.
    Πάκο (το): Δέμα (Ital. Pacco).
    Πάκτος (ο): Αγροτική μίσθωση.
    Παλάδο (το): Κυματοθραύστης (Ven. Palada).
    Παλαιούθε : Στο παρελθόν (παλαιόθεν).
    Παλακούρι (το): Σβέρκος (βλ.και Λάκουρο).
    Παλαμίζω : Ορκίζομαι .
    Παλέζι (τόβγαλε): Το βγαλε στη δημοσιότητα. (Ital. Palesse=Φανερός).
    Παλιοχόρτι (το): Αγριόχορτο του δάσους.
    Πάλκο (το): Ξύλινη εξέδρα (Ital. Palco).
    Παλληκαρώνα (η): Μεγαλόσωμη γυναίκα .
    Πάλμο (το): Βενετσίανικο μέτρο μήκους ίσο με έναν αντίχειρα =2,9εκ. (Ven. Palmo).
    Πάλος (ο): Πάσσαλος (Ital. Palo).
    Πάνα (η): Πέτσα – Μεμβράνη (Ital. Panna =Κρέμα γάλακτος, ανθόγαλα).
    Πανγκουί (το): Πληρωμή στο χέρι (Ital. Paga =Πληρωμή).
    Πανίδα (η): Τραπεζομάντιλο.
    Πανιόλο (το): Το πάτωμα του καταστρώματος του πλοίου.
    Πανιότα (τα): Μικρά ψωμάκια (Ital. Pane).
    Παννυχίς (η): Αγρυπνία (Εκκλησιαστική).
    Πάντζα (η): Κρέας χοιρινού από την κοιλιά (Ital. Pancia).
    Παντζέλι (το): Κόκκινη σημαία κινδύνου (σαν κόκκινο κρέας ;;;).
    Παντιέρα (η): Λάβαρο.(Ιταλ. Bantiera).
    Παντσέλι (το): Ανεμοδείκτης.
    Παντσέτα (η): Παστό χοιρινό κρέας από τα πλευρά .
    Πανωλίθι (το): Η επάνω πέτρα του παλιού ελαιοτριβείου.
    Παούρι (το): Παγούρι.
    Παπαδέλα (η): Μικρό πουλάκι .
    Παπαδόκιχλα (η): Είδος κίχλας
    Παπαλίνα (η): Πολύ ψιλή σαρδέλα.
    Παπαρδέλα(η): Μικρούτσικο πουλάκι με άσπρα και μαύρα στίγματα-ανοιξιάτικο.
    Παπιρέλα (η): Βάρκα λίμνης από φύλα πάπυρου.
    Παπουτσέλια (τα): Παπουτσάκια.
    Παραβέντο (το): 1.Ανεμοφράκτης 2.Παραβάν (Ital. Paravento).
    Παραδάγκαλο (το): Κλείδωση ποδιού.
    Παραδάγκαλος (ο): Καβάλος.
    Παραδάγκανο (το): Η περιοχή του προσώπου πίσω από το αυτί).
    Παράκλι (το): Θήκη στο εσωτερικό ξύλινου μπαούλου.
    Παραματιού (μεχει) : Με έχει βάλει στο μάτι.
    Παραμίνα (η): Σιδερένιος λοστός χωραφιού (Ital. Paramine =είδος λοστού που ναυτικοί χρησιμοποιούν για την αντιμετώπιση των ναρκών)
    Παραμόνας (ο): Σημείο ενέδρας (παραμονεύω).
    Παρανόμι (το): Το επίθετο ενός ανθρώπου.
    Παραπέτο (το): Οχύρωμα , τοιχίο(Ital. Parapetto).
    Παραστάματα (στα) : Στη μέση του πουθενά.
    Παραστιάς : Δίπλα στη φωτιά (βλ. Στιά).
    Παργάρω Φουσκώνω.
    Παρδάλι (το): Εξάρτημα του νερόμυλου΄.
    Παρέ (το): Ξύλινος ψευτότοιχος (Franc. Separe).
    Παρίλια (η): Συμμορία (Ital. Pariglia=Ζεύγος).
    Πάρκο (το): Ξύλινη εξέδρα (Ital. Palco).
    Πάρλα (η): Φλυαρία (Ital. Parlare).
    Παρλάρω : Μιλώ ασταμάτητα (Ital. Parlare).
    Παρλάτα (η): Ομιλία (Ital. Parlata).
    Παρμάρες (οι): Παραλυσία.
    Παρμένος (ο): Αρραβωνιασμένος.
    Παρόλα (η): Ανυπόστατη κουβέντα (Ital. Parole = Λέξις – Λόγος).
    Παρόντζολο (το): Κορόιδο.
    Παρούμα (η): Το σχοινί που δένουν τη βάρκα έξω.
    Παρταμέντο (το): Διαμέρισμα ορόφου (Ital. Appartamento).
    Πάρτη (η): Μερτικό (Ital. Parte=Μερίδα).
    Παρτσινέβελος(ο):Αφεντικό(Ital.Parzionevole=Μεριδιούχος).
    Πάσα (τα): Μονάδα μήκους ίση με ένα βήμα (Ital. Passo).
    Πασάγιο (το): Διάδρομος. (Ital. Passagio=Πέρασμα).
    Πασάκια (κάνει ): Κάνει μικρά βήματα.
    Πασαμάς (ο): Χρυσό περιδέραιο (Ital. Passamano = αλυσίδα μεταφοράς η μεταβίβασης).
    Πασαμέντο (το): Στρίκα.
    Πασαπρότο (το) Σουρωτήρι μακαρονιών.
    Πασάρω : Περνάω διαβαίνω (Ital. Passare).
    Πασεγκιάρω : Περιπατώ (Ital. Passeggiare).
    Πασέντσιο (το): Περίπατος(Ital. Passeggiero).
    Πασέτα (η): Μονάδα μήκους ίση με ένα βήμα (Ital. Passo).
    Πασέτα (η): Παιχνίδι τράπουλας .
    Πασέτο (το): Ξύλινο αναδιπλούμενο μέτρο (Ven. Passeto).
    Πάσο (το): Βήμα (Ital. Passo).
    Πάσο (το): Παλιός τρόπος μέτρησης αποστάσεων (Ital. Passo = Βήμα ).
    Πασπάλι (το): Η άχνη του μύλου.
    Πάστα (η) Μερίδα , γεύμα (Ital. Pasto).
    Παστανάκα (η): Το σαλάχι (Γίνεται μπουρδέτο)
    Παστέλες (οι): Ξεραμένες ελιές φαγώσιμες
    Παστιτσάδα (η): Κερκυραικό φαγητό – κρέας κοκκινιστό ανακατεμένο με μακαρόνια (Ital. Pasticcione =ανακατωσούρα).
    Πάστο (το): Γεύμα.
    Πάστρα (η): Καθαριότητα (Ital. Pastro).
    Παστρεύω : Καθαρίζω.
    Πάστρι (το): Καθαρό –Πλυμένο.
    Παστρόκια (τα): Επιδείξεις.
    Παστρόκιο (το): Απάτη (Ital. Pastocchia =ψευτιά).
    Πατάκα (η): Μελάνωμα δέρματος (Ital. Patacca=ευτελές νόμισμα).
    Πατάκες (οι): Κοκκινίλες.
    Παταούδι (το): Κάτι που έχει κρυώσει πολύ.
    Παταράτσα (τα): Τα συρματοσχοινα που κρατούν τους σταυρούς στο κατάρτι του ιστιοφόρου (Όταν θέλουν να πουν «Τα πήρε όλα» Λένε : «πήρε και τα παταράτσα».
    Παταρίφ (το): Μενταγιόν με θήκη για φωτογραφία στο εσωτερικό.
    Πατατούκα (η): Χονδρό παλτό.
    Πατατώνα (η): Γλυκοπατάτα ή γλυκόριζα.
    Πάτελα (η): Πεταλίδα θαλασσινή (Ital. Patella).
    Πατέλο (το): Μικρή βάρκα (Ital. Battello).
    Πάτερο (το): Δοκάρι πατώματος.
    Πάτι (το): Εγγύηση (Ital. Patti=όροι συμβολαίου).
    Πατίνα (η): Βερνίκι υποδημάτων (Ven. Patina).
    Πατίτος (ο): Ταλαιπωρημένος (Ital. Patito=ασθενικός).
    Πάτο Εσπρέσο (το): Ειδική συμφωνία (Ital. Patto Espresso= ¶μμεση συμφωνία).
    Πατοσόρι (το): Κατακάθι κρασιού ή λαδιού.
    Πατουάρω : Συμφωνώ (Ital. Patto = Συμφωνώ).
    Πατσάδι (το): Λεπτό ξύλο.
    Πατσάρεται : Ανακατεύεται (Ital. Impiastricciare).
    Πατσίμιος (ο): ¶τακτος (Ital. Pazzia=μανία).
    Παυλόσυκα (τα): Φραγκόσυκα.
    Πάχτο (το): Εκμίσθωση χτήματος.
    Παχτονάρης (ο): Ενοικιαστής Ελαιοδένδρων.
    Πεζάρω : Ζυγίζω (Ital. Pesare).
    Πέζο (το): Βάρος (Ιταλ. Peso).
    Πέζο (το): Ζυγαριά (Ital. Peso = Βάρος – ζύγι).
    Πεζούλα (η): Πέτρινος τοίχος για να κρατάει το χώμα γύρω από τις ελιές.
    Πεζουλιάστηκε : Παγιδεύτηκε.
    Πεζούρα (η): Τραμπάλα.
    Πεζούρο (το): Τραμπάλα (Ιtal. Pezo = Zυγαριά).
    Πείλιο : Πιο πολύ. (πλείον;;;).
    Πειλιότερο : Περισσότερο (βλ. Πείλιο).
    Πέκα (η): Ιδιοτροπία (Ital. Pecca=ελάττωμα).
    Πεκάδος (ο): Ιδιότροπος . (Ιταλ. Peccato).
    Πέκνα (η): Μελάνωμα δέρματος .
    Πελέκι (το): Μεγαλόσωμο ποντίκι.
    Πελεκούδα(η): Μικρό κομμάτι από πελεκημένο ξύλο.
    Πέλισα : Πέταξα κάτι άχρηστο.
    Πέλο (το): Χνούδι προσώπου (Ital. Pelo=Τρίχωμα).
    Πελώ η απελώ : Εκσφενδονίζω (αρχ. Απέλασις).
    Πελώ : Εκσφενδονίζω (βλ. Απελησιά).
    Πενερί (το): Σουγιάς (Ital. Temperino –Penestrare= Σουγιάς-Τρυπώ).
    Πενσάτος (ο): Σκεπτικός (Ital. Pensare).
    Πεντάγια (η): Μενταγιόν (Ital. Medaglia).
    Πεντάλι (το): Ορθάνοιχτο.
    Πεντανεύρης (ο): Φυτό.
    Πεντεγούλια (τα): Πεντόβολα.
    Πεντίνι , Πεντουράλι (το): Το πάνω μέρος της ποδιάς.
    Πεντονεύρης (ο): Αγριολάχανο.(θεραπευτικό για τα νεφρά).
    Πέουλο (το): Ειδικό κερί για το δοξάρι του βιολιού.
    Πέπα (η): Το μακρόστενο πεπόνι .
    Πεπερόνι (το): Πιπεριά. (Ιταλ. Peperone).
    Περαθιό (το): Πέρα από εδώ (αρχ.- παλιό κρητικό).
    Περάρια (η): Καταστροφή (υπερορίως;;).
    Περγουλιά η Πέργολα (η): Κληματαριά ίσκιου (Ital. Pergola).
    Πέργουλο (το): Κληματαριά.
    Περδίκι (το): Βότανο που φυτρώνει ακόμα και σε τοίχους . Το κοπανούσαν μέχρι να λιώσει και το έβαζαν στο πονεμένο μέρος του σώματος.
    Περδίο (το): Αφ΄υψηλού συγχώρεση (Ital. Perdonare = Συγχωρώ).
    Περίαυλος (ο): Αυλή σπιτιού.
    Περιδρομιάζω : Τρώω πολύ
    Περίερα : Γύρω από το σπίτι.
    Περικούρα (η): Εξουσιοδότηση (Ital. Per Cura).
    Περικουρατόρος (ο): Οικονόμος αρχοντικού-διαχειριστής (Ital. Per-Cura).
    Περκάλι (το): Χασές , λεπτό ύφασμα (Ital. Percali).
    Περνάρι (το): Πουρνάρι.
    Περναρίλας (ο): Λόγγος με πουρνάρια (βλ. περνάρι).
    Περναρόγιδα (η): Αγριόγιδα.
    Περνιτσιόζος (ο): Παλιάνθρωπος (Ital. Pernicioso=κακοήθης, καταστρεπτικός).
    Πέρνο (το): Σιδερένιος πείρος (Ital. Perno).
    Περό : Ωστόσο , Εντούτοις , παραταύτα(Ital. Pero).
    Πέροβα δε φουρτούνα (η): επίσημη απόδειξη ατυχήματος (Ital. Prova Sfortuna).
    Πέρονας : Μεγάλο καρφί αλλά και σιδερένιος
    Πέρονας (ο): Μεγάλη πρόκα η πείρος (Ital. Perone).
    Πέρονας (ο): Μεγάλο χειροποίητο καρφί (Ital. Perone).
    Περουάρω: Αναπαύομαι;;;;
    Περούνι (το): Πηρούνι.
    .
    Περπελάω : Πασπατεύω.
    Περσέμολο (το): Μαιντανός (Ital. Prezzemolo).
    Πέρσουκο (το): Βερύκοκο (Ital. Pesco =Ροδάκινο).
    Περτσιπιτάδος (ο): Πεισμωμένος.
    Πεσάτο (το): Προμελετημένη πράξη.
    Πεσελί (το): Γυναικείο σακάκι πιο επίσημο από την Καμιζιόλα της παραδοσιακής στολής.
    Πεσιμένος (ο): Πεσμένος.
    Πεσκάδα (η): Ψαριά (Ital. Pescata).
    Πεσκαντρίτσα (η): Είδος σαλαχιού.
    Πέσουλα (η): Ξύλινο μέρος της βάρκας.
    Πεταξιώλι (το): Νεογέννητο πουλάκι που μόλις άρχισε να πετάει.
    Πετεγολέτσα (τα): Έθιμο της αποκριάς κατά το οποίο γίνεται δημοσίως Κουτσομπολιό και αντιπαράθεση μεταξύ των γειτόνων. (Ιταλ. Pettegolezzo=Κουτσομπολιό).
    Πετέγολο (το): Κουτσομπολιό (Ital. Petegolio).
    Πετέουλο (το): Κουτσομπολιό (Ital. Petegolo).
    Πετίνια (τα): Μικρά γυναικεία στήθη (βλ. Πέτo).
    Πέτο (το): Στήθος (Ital. Petto).
    Πετόνι (το): Στηθόδεσμος της γυναικείας παραδοσιακής στολής
    Πετουλίδα (η): Μικροσκοπικό πουλάκι με γρήγορο φτερούγισμα.
    Πετροκαλαμίθρα (η): Αλεξικέραυνο (Pietra Calamita =Πέτρα της κολάσεως - Μαγνήτης).
    Πετροκότσυφας(ο): Γκρίζο κοτσύφι.
    Πετρόλαδο (το): Πετρέλαιο.
    Πετρόλατα (η): Ντενεκές.
    Πετρόλιο (το): Πετρέλαιο (Ital. Petrolio).
    Πετροσέλινο (το): Μαιντανός.
    Πέτσα (η): Κομμάτι υφάσματος και δέρμα- επιδερμίδα.(Ital. Pezza).
    Πέτσα (η): Τόπι υφάσματος (Ital. Pezza).
    Πέτσα (τα): Μεγάλες ετράγωνες πέτρες για την δημιουργία λιμανιού.
    Πέτσα (τα): Ογκόλιθοι κυματοθραύστη (Ital. Pezzo=κομμάτι).
    Πετσαλίνα(η): Δέρμα ζώου.
    Πετσαλούδα (η): Δέρμα ζώου.
    Πετσάτος (ο): Γυμνός.
    Πετσέντας (ο): ¶φραγκος.(Ital. Pezzente=¶φραγκος , Κουρελής).
    Πετσέντες (ο): Ζητιάνος (Ital. Pezzente).
    Πέτσικο (το): Σκεβρωμένο.
    Πέτσο (το): Επεισοδιακή κατάσταση – καυγάς (Ital. Pezzo =κομμάτι).
    Πέτσο (το): Κομμάτι συμπαγούς μπετού για την δημιουργία προβλήτας λιμανιού (Ital. Pezzo = κομμάτι).
    Πετσούλισε η πριτσίλησε : Με κατάβρεξε με σταγόνες .
    Πεύκι (το): Χαλί.
    Πηλέμι (το): Προγούλι ( υπολαίμιο).
    Πήστρομα (το): Χοντρό πανί που έβαζαν οι γυναίκες στην πλάτη για να φορτωθούν
    Πητίκι (το): Πικρό.
    Πητσακούρα (η): Μεγάλο νόμισμα.
    Πητσικόλι (το): Μικρό παιδί.
    Πιατέλο η πιατελί (το): Πιατάκι.
    Πιάτσα(η): Πλατεία (Ital. Piazza).
    Πιατσέβελος (ο): Ευχάριστος , βολικός (Ital. Piacevole).
    Πιατσέτα (η): Πλατειούλα γειτονιάς (Ital. Piazzetta).
    Πιατσέτα (η): Πλατειούλα (Ven. Piazzètta).
    Πιατσορόλος (ο): Ο άνθρωπος της αγοράς – ο έξυπνος.
    Πιγκουίνια (τα): Τα νομίσματα κάποιας εποχής;
    Πιδόκα (η): Ψείρα (Ital. Pidocchio).
    Πιέντε (το): Πόδι ως μέτρο μήκους =34,8εκ.-5 πόδια=1 πάσο (Ital. Piede).
    Πιεντζάρομαι : Εγγυώμαι
    Πιεντζος (ο): Εγγυητής. (Monte di pieta = Ενεχυροδανειστήριο).
    Πιετίνα (η): Μικρή σούρα στο ράψιμο του ρούχου (Piettina).
    Πιζέβελος η πιατσέβολος (ο): Καλόβολος (Ital. Piacevole).
    Πιθανάτου : Στα πρόθυρα του θανάτου .
    Πικαπιέρο (το): Εργαλείο πέτρας (Ven. Pico=σφυρί πέτρας +Piera=πέτρα).
    Πικάρω : «Τονε πικάρισε» = Τον πείσμωσε. (Ιταλ. Picca).
    Πικέτο (το): 1. Παιχνίδι τράπουλας 2. Στρατιωτικό άγημα (Ital. Picchetto).
    Πικινίκια (τα): Μεζεδάκια (Αγγλ. Pick Nick).
    Πικούλεμα (το): Χαιδολοϊματα (Ital. Piccolo).
    Πίλα (η): Μεγάλο βαρέλι λαδιού (Ital. Pila).
    Πίλα (η): Μεγάλο λίθινο πιθάρι λαδιού (Ven. Pila).
    Πιλέμι (το): Υπολαίμιο – το διπλοσάγωνο (αρχ.).
    Πίλιο : Πιο – περισσότερο.
    Πίλολα (η): Χάπι (Ital. Pillola).
    Πιλοφότι (το): Πήλινο Λυχνάρι με μπαμπάκι και λάδι.
    Πινάκι (το): Φλυτζάνι ή το πιατάκι του. (μάλλον αρχαία ρίζα. Πινάκιον)
    Πινακωτή (η): Ξύλινο σκεύος για την τοποθέτηση της ζύμης πρίν απο το ψήσιμο του ψωμιού.
    Πίνια (η): Το κεντρικό σημείο της πόλης της Κέρκυρας όπου τα παλιά χρόνια υπήρχαν τα μαγαζιά τροφίμων . Πήρε αυτό το όνομα από την σιδερένια κρεμασμένη κουκουνάρα ,σύμβολο της αφθονίας (Ital. Pigha=Κουκουνάρα).
    Πινιάτα (η): Χάλκινο καζάνι (Ital. Pignatta=Χύτρα).
    Πινιατόροι (οι): ¶νθρωποι του υποκόσμου (¶νθρωποι της πιάτσας- βλ. Πίνια).
    Πίνκο (το): Σφυρί μαστόρου πέτρας (Ital. Pico).
    Πινούλες (οι): Βλεφαρίδες.
    Πίντα (η): Τενεκεδένιο κύπελο με χερούλι .(Αγγλ. Pint :Το 1/8 του γαλονιού η 0,57 του λίτρου. Επίσης (Ιταλ. Pinta).
    Πιντουριέρης (ο): Ζωγράφος (Ital. Pittore).
    Πιντσιρουρί : Ακριβώς στο στόχο- διάνα.(Αγγλ. Pinch in the ring).
    Πιόμπος (ο): Μεταλλική μπρούντζινη η μολυβένια μπάλα για κρεβάτι η για εξώπορτα σπιτιού καθώς και το μολυβένιο βαρίδι της στάθμης ( Ital. Piombo = Μόλυβδος).
    Πιού : Περισσότερο (Ital. Piu).
    Πίπης (ο): Σπύρος Χαϊδευτικό.
    Πιπιστρέλι (το): Το κάτω κεραμίδι της σκεπής (Ital. Pipisterello=Νυκτερίδα).
    Πίρολα (η): Χάπι , δηλητήριο (Ital. Pillola).
    Πιροστιά (η): Σιδερένιο τρίποδο για να βάζουν την κατσαρόλα στη φωτιά
    Πισότομο (το): Σημάδι στο πίσω μέρος του κεφαλιού.
    Πιστρόφια (τα) Τυπική επιστροφή της νύφης στο πατρικό της 8 μέρες μετά το γάμο.
    Πιστρώνω : Φροντίζω τα σκεπάσματα κάποιου που κοιμάται.
    Πιταριόλι (το): Ροκάνι.
    Πιτέρι (το): Γλάστρα (Ven. Pitèr).
    Πιτήκι (το): Πικρό (Πίτυς = ένα είδος δένδρου).
    Πίτικας (ο) Αρρώστια της κότας από έλλειψη νερού.
    Πιτικέφαλα : Κατακέφαλα.
    Πιτίκι (το) Πικρό.
    Πιτιτέλι (το): Μεζεδάκι .(βλ. Πιτίτο).
    Πιτιτέλια (τα): Μεζεδάκια.
    Πιτίτο (το): Ορεκτικό (Ital. Appetito).
    Πιτιτόζος (ο): Καλοφαγάς (Ital. Appetitoso=ορεκτικός).
    Πιτορένιο (το): Ζωγραφιστό(Ital. Pittore =Ζωγράφος).
    Πιτόρος (ο): Μπογιατζής (Ital. Pittore ,Ven. Pitòr=Ζωγράφος).
    Πιτσάκλι (το): Ξερό κλαδί δένδρου.
    Πιτσικαμόρτης (ο): Νεκροθάφτης (Ital. Beccamorti).
    Πιτσικάντο (το): Τρόπος παιξίματος βιολιού – με την άκρη του δάκτυλου (Ital. Piccicato = τσιμπιτό).
    Πιτσικάρια (τα): Ακρίδες (Λευκίμμη).
    Πιτσούνι (το): Περιστεράκι (Ital. Piccione).
    Πιτσουρί (το): Μικρός πίδακας νερού.
    Πιχέρια (η): Πληρωμή αμέσως , στο χέρι (επίχειρα).
    Πλάντρα (η): Ξύλινος μοχλός ελαιοτριβείου.
    Πλαντρώνα (η): Χειροδύναμη γυναίκα.
    Πλαστάρι (το): Καλαμπόκι με σταφίδα.
    Πλαταριά (η): Τα πλευρά του ανθρώπου.
    Πλεμόνα (η): Πνευμόνι μοσχαριού.
    Πλέριο (το): Γεμάτο – Πλήρες.
    Πλήμα (το): Πλύσιμο.
    Πλησιαστής (ο): Ο κατέχων όμορη ακίνητη ιδιοκτησία .
    Πλοχτάω : Πιέζω.
    Πνικάδο (το) Κόσκινο.
    Πόβερος (ο): Φτωχός (Ital. Povero).
    Πογκιάδο(το): Αφηρημένο;;;
    Ποδαρίζω : Βηματίζω.
    Ποδένομαι : Φοράω τα παπούτσια μου .
    Ποδολόγος (ο): Ένα πανί που έβαζαν οι γυναίκες στο κεφάλι για να κουβαλήσουν διάφορα αντικείμενα.
    Πόζα(κρατάει) : Μου κρατάει μούτρα .(Ital. Posa = Θέσι – Στάση – Τοποθέτηση .
    Ποθώκω η Πιθώκω (να) : Να ακουμπίσω , να αφήσω τα πράγματα που κρατάω.
    Πόλκα (η): Γυναικείο πανωφόρι (Ital. Polca=Είδος χορού;;;).
    Πόλπα (η): Εκλεκτό μοσχαρίσιο κρέας (Ital. Polpa=Ψαχνό).
    Πολπέτα (η): Κεφτές (Ital. Polpetta).
    Πολσέτο (το): Το ρεβέρ των μανικιών του πουκάμισου.
    Πόλσο η Μπόλσος (το): Ο Σφυγμός της καρδιάς. (Ital. Polso).
    Πολτραίτο (το): Προσωπογραφία.
    Πομιντόρο η Κομιντόρο(το): Ντομάτα (Ital. Pomidoro).
    Πομόνεψε : Κάνε υπομονή.
    Πόμπα (η): 1.Επίδειξη 2. Αντλία (Ital. Pompa).
    Πομπάρησε : Τρομπάρησε. (μτφ. Επομπάρησε ο πύργος) Φούσκωσε από την υγρασία ο τοίχος.
    Πομπάρω : Τρομπάρω. Πομπές
    (οι): Σκάνδαλα.
    Πομπές (οι): Σκάνδαλα .
    Πονήδι (το): Πληγή.
    Πόντα (η): 1. Αιχμή 2. Κρυολόγημα 3. Εχθρότητα (στην πόντα του σπαθιού) (Ital. Punta =Αιχμή).
    Πόντα (η): Αιχμή , μύτη εργαλείου (Ven. Ponta).
    Πόντα μαλίνια (η): Κακοήθης πνευμονία (Ital. Punta Malignio).
    Πόντα ντι λέτο : Ερωτική στάση στη γωνία του κρεβατιού. ( Ιταλ. Letto = Κρεβάτι εκστρατείας-πτυσσόμενο).
    Πόντα ντί πέτο (η): Πνευμονία η πλευρίτιδα (Ital. Punta di petto).
    Ποντάλι (το): Το κάτω μέρος του καραβιού.(Αρχ. Πόντος).
    Ποντελάρω : Τοποθετώ υποστήριγμα (Ven. Puntelàr).
    Ποντέλο (το): Υποστήριγμα (Ven. Pontèlo).
    Πόντες (ο): Γέφυρα , εξέδρα στη θάλασσα (Ital. Ponte).
    Ποντεσπίτσιο (το): Αέτωμα (Ital. Frontespizio).
    Πόντζα (η): Καταφεύγω σε ήσυχο μέρος (Ital. Poggia)- Το αντίθετο του Όρτσα (Orza) , που σημαίνει ξανοίγομαι «Πότε Όρτσα πότε Πόντζα» Ναυτική Παροιμία.
    Ποντίγιο η Ποντήλιο (το): Πείσμα (Ital. Puntiglio).
    Ποντίδος (ο): Αιχμηρός (βλ. Πόντα).
    Ποντικομούρης (ο): Το ψάρι Ούγιενα (Ράτσα Σαργού).
    Ποντίλιο (το): Ιδιοτροπία.
    Ποντιλιόζα (η): Πεισματάρα .(Ιταλ. Puntigliozza).
    Ποντιλιόζος (ο): Πεισματάρης (Ital. Puntiglioso).
    Ποντίνα (η): Καρφί (Ital. Puntina).
    Ποντούρα (η): Υπαινιγμός (Ital. Puntura =Πείραγμα).
    Ποντουράρω : Υπαινίσσομαι (Ital. Punturare = Πειράζω, ενοχλώ).
    Ποπολάρος (ο): ¶νθρωπος του λαού (Ital. Popolare).
    Πόπολο (το): Λαός (Ital. Popolo Lat.Populus.)
    Πόρβερι (η): Πούδρα (Ital. Polvere cosmetica).
    Πορδοχόρτι (το): Είδος χόρτου.
    Πορεύομαι : Τα καταφέρνω οικονομικά.
    Ποριά (η): Πέρασμα μέσα από λιθιά (Πόρος;;; )
    Πόριασε : Ξεπόρτισε .
    Πορικό (το): Παράλαμα.
    Ποροπιάνω : Επισκευάζω όπως- όπως.
    Πόρπα (η): Ψαχνό κρέας.
    Πορτάδα (η): Μερίδα φαγητού.
    Πορτάδα (η): Χωρητικότητα πλοίου.
    Πορταδέλα (η): Πατούρα πόρτας που καλύπτει τον αρμό της κασαδούρας.
    Πορταδούρα (η): Μεταφορά (Ital. Portatura).
    Πορταμονέ (το): Πορτοφόλι (Ital. Portamonete).
    Πορτάρω : Φέρω (Ital. Pottare).
    Πόρτεγο η Πόρτιγο (το): Κεντρική είσοδος πολυκατοικίας (Ven. Pòrtego , Ital. Portico).
    Πορτέλο (το): Πόρτα κήπου.
    Πορτέλο (το): Θυρίδα (Ital. Sportello).
    Πόρτηγο (το): Στοά.
    Πόρτιγο (το) Σκεπαστή είσοδος σπιτιού (Ital. Portigo).
    Πορτιέρα (η): Πόρτα .
    Πορτιζιόν (η): Μερίδα φαγητού. (Ital. Porzione).
    Πόρτο (το): Λιμάνι (Ital. Porto).
    Πορτολιές (οι): Οι ελιές κοντά στα σπίτια.
    Πορτολόικος (ο): Ασυμάζευτος άνθρωπος.
    Πορτόνι (το): Αυλόπορτα (Ital. Portone).
    Ποσεδέρω : Διακατέχω (Ital. Possedere).
    Ποσεδόρος (ο): Ο Κάτοχος (Ital. Possessore).
    Ποσέσιο (το): Κατοχή , περιουσία (Ital. Posseso).
    Ποσιδέρω : Κατέχω (Ital. Possedere).
    Πόστα (με έβαλε ): Με έβρισε – Τοποθετήθηκε απέναντι μου.(Ital. Posto).
    Ποστάρω : Ταχυδρομώ, αποστέλλω (Ital. Postale).
    Ποστιάζω : Τοποθετώ.
    Ποστίτσιο (το): Προσωρινό (Ital. Posticcio=τεχνητό , ψεύτικο).
    Πόστο (το): Θέση (Ital. Posto).
    Ποταμοφοριά (η): Μεγάλη κατεβασιά νερού στο ποτάμι.
    Ποτίλιες (του πάει) : Φοβάται;
    Ποτισιώνας (ο) : Ποτιστήρι.
    Πουκαμίσα (η): Το άσπρο πουκάμισο της γυναικείας παραδοσιακής στολής.
    Πουλάκα (η): Πλοίο Βενέτικης κατασκεύης.
    Πουλακίδα (η ): Μικρή κότα.
    Πούλβερη (η): 1. Πούδρα 2. Μπαρούτι (Ital. Polvere).
    Πουλέντα (η): Πρόχειρο φαγητό από αλεύρι βρασμένο (Ital. Polenta).
    Πουλίπερι (το): Πυρίτιδα (Ital. Polvere).
    Πούμπλικο ινκάτο (το): Πλειστηριασμός (Ital. Pubblico incanto).
    Πούντα (η): ¶κρη – Αιχμή .(Ital. Punta).
    Πούντα Μαλίνια (η): Πνευμονία (Ital. Punta Malignia=Κακοήθης πνευμονία )
    Πουντιά (η): Βελονιά , πόντος (Ital. Punto).
    Πούπετα : Πουθενά.
    Πουπού (η): Φόρεμα.
    Πουργάρω : Κένωση με καθαρτικό (Ital. Purgare).
    Πουργός (ο): Βοηθός εργάτη (υπόεργος).
    Πουτσαρόνα (η): Πολλή βρωμιά (Ital. Puzzare = Βρωμάω).
    Πραματσούλης (ο): Πραματευτής πλανόδιος.
    Πράντο (το): Κρεββάτι (Ital. Branda).
    Πρασουλίδα (η): Αγριολάχανο.
    Πράτιγο (το): Ευχή για καλή ανάρρωση «Καλό πράτιγο» (Ital. Pratico= Κάνω υγιεινή ζωή .
    Πράτιγο (το): Ανάρρωση (Ital. Praticare =Μετέρχομαι????).
    Πρατώ : Περπατώ.
    Πρεβαντόριο(το):Ορφανοτροφείο(Ital.Preveggente=προνοητικός-πρόνοια ).
    Πρεβεδούρος (ο): Προνοητής – Προβλεπτής. (Ital. Prevendere).
    Πρεβεράνζο (το) Κέρασμα ????
    Πρέβια (η): Προηγούμενη (Ital. Previo).
    Πρεζεντάρω : Παρουσιάζω (Ital. Presenza).
    Πρεμέρει : Επείγει (Ital. Premere).
    Πρεμούρο (το): Ηρεμιστικό (Ital. Premura=Ένταση – Βιασύνη).
    Πρέντζιπες (ο): Πρίγκιπας (Ital. Principe).
    Πρέντσα (η): Δόλωμα για κέφαλους από τυρί φέτα και ψωμί ζυμωμένο.
    Πρεσαπόκο (το): Περίπου (Ital. Presso=Κοντά).
    Πρέσιδες (ο): Προιστάμενος (Ital. Presedere).
    Πρεστιδόρ (ο): Προιστάμενος.
    Πρέστο : Γρήγορα (Ital. Presto).
    Πρετεντέρω : Διεκδικώ (Ital. Pretentere).
    Πρετέντσιο (το): Αξίωση – Διεκδίκηση (Ital. Pretenzione).
    Πρετσέσο (το): Δίκη (Ital. Processo).
    Πρέτσιο (το): Τίμημα (Ital. Prezzo).
    Πρετσιόζος (ο): Επιθυμητός-Ποθητός - Ακριβός (Ιταλ. Prezioso).
    Πρετσιόζος(ο):Πολύτιμος(Ital.Prezioso=Ακριβοθώρητος).
    Πρετσιπιτάδα (η): Τσαχπίνα- πεταχτούλα.
    Πριβάτος (ο): Ιδιωτικός (Ital. Private Vita).
    Πριζονιέρος (ο): Αιχμάλωτος – Φυλακισμένος (Ital. Prigioniero).
    Πρικαλίδα (η): Αγριολάχανο.
    Πριμαρόλι (το): Το πρωτοεμφανιζόμενο στην αγορά (Primo)
    Πρινάρι η Περνάρι (το): Δρυς ο αειθαλής.
    Πρινοκόκι (το): Κατακόκκινο .
    Πρίνος (ο) Βαλανιδιά.
    Πριντσιβιάς : Πριν από την καθορισμένη ώρα (Πριν την βιασύνη).
    Πριόβολος (ο): Ένα είδος αναπτήρα με τσακμακόπετρα και μακρύ κορδόνι για φυτίλι.
    Πριόλης η Πριόρης (ο): Προϊστάμενος (Ital. Priore = Ηγούμενος , ¶ρχων , προύχοντας στις ιταλικές πόλεις του Μεσαίωνα.
    Πρίσκουλα (η): Παιχνίδι τράπουλας.
    Πριτσιλιά (η): Μικρό κατάβρεγμα .
    Πριτσινέλα (η): Γελοία (Ital. Piccinela = Ταπεινωμένη ).
    Πριχού : Πρωτού.
    Πρόβα (η): Απόδειξη , δοκιμασία , εξέταση. (Ital. Prova).
    Προβατώ : Περπατώ . (Ίσως Αρχαιοελληνική ρίζα – Βατό ).
    Προβελεγιάδος (ο): Προνομιούχος (Ital. Privelegiato).
    Προβοδάω : Συνοδεύω μέχρι την έξοδο.
    Προημέλα : Το παιδί πριν από το γάμο.
    Προικιά (τα): Τα ρούχα της νύφης.
    Πρόκα (η): Κανάτα και λεκάνη που χρησιμοποιούνταν ως νιπτήρας.
    Προκουρατόρος (ο): Επίτροπος , πληρεξούσιος (Ital. Procuratore).
    Προμέσο (το): Υπόσχεση (Ital. Promesso).
    Πρόντος (ο): Έτοιμος (Ital. Pronto).
    Προπονέρω : Υποβάλω – Προτείνω (Ital. Proporre).
    Προσαπόκου : Περίπου – Πάνω Κάτω.
    Πρόσκερα : ¶κρη- ¶κρη (Ίσως από το Κέρας ).
    Προσποδιού : Γονυπετής.
    Προστζεδέρω : Κινώ δικαστική διαδικασία (Ital. Procedere).
    Προστίχι (το): Επιταγή , συμφωνητικό οφειλής.
    Προστύχια (τα): Δάνεια με αντίκρυσμα την παραγωγή.
    Προσώπατα (τα): Πρόσωπα.
    Προτεντέρω : Αξιώνω – Προτείνω (Ital. Protendere).
    Προτέσιο γκενεράλ : Γενική διαμαρτυρία.( Ital. Protesta Generale).
    Προτεστάρω η Προτετέρω : Διαμαρτύρομαι (Ital. Protestare).
    Προτέτσιον (η): Προστασία (Ital. Protezione).
    Προτσιασμένος(ο): Συφυλητικός.
    Προφεσόρος (ο): Καθηγητής (Ital. Professore).
    Πρυόβολος (ο): Παλιό είδος αναπτήρα με φυτίλι και τσακμακόπετρα.
    Πρωτολάτης (ο): Βλαστάρι αμπελιού.
    Πρωτόλειβο (το): Πρωτόγεννο).
    Πυκνάδα (η): Κόσκινο.
    Πυλιγάδρα (η): Μεγάλο δοχείο μόνιμα στερεωμένο για την αποθήκευση της ελιάς.
    Πυλίδα (η): Διάσελο βουνού – πέρασμα ανάμεσα σε βουνά .
    Πύργος (ο): Τοίχος.
    Πυρί (το): Η τάπα του βαρελιού.
    Πύρος. (ο) : Ξύλινη τάπα.
    Πυροστιά (η): Σιδερένιο τρίποδο κατσαρόλας.
    Πύρπυρο (το): Γεμάτο ψείρες .
    Πυρώνομαι : Ζεσταίνομαι στη φωτιά.



    Σας ενοχλούν οι διαφημίσεις στο φόρουμ; Απλά συνδεθείτε για να εξαφανιστούν!





    Ρ
    Ράγγιο (το): Ακτίνα τροχού (Ital. Raggio).
    Ράζα (η): Είδος σαλαχιού με στίγματα στην πλάτη.
    Ράζο
    Ράκης (ο): Θεόδωρος Χαϊδευτικό.
    Ρακιονάρω : Σκέφτομαι , συλλογίζομαι (Ital. Ragionare=Διαλογίζομαι).
    Ρακογιάλι (το): Ποτηράκι για το ρακί.
    Ράμα (ένα) : Κλωστή το χρησιμοποιούσαν και για να δείξουν την ομοιότητα π.χ “ένα ράμα ο πατέρας του”.
    Ραματσούλι (το): Κομματάκι κλωστής.
    Ραμολίδος (ο): Ξεκούτης (Ital. Ramollito).
    Ραμολιμέντο (το): Μαλάκυνση εγκεφάλου (Ital. Ramolimento).
    Ραμπαούλι (το): Σχοινί με άγκιστρο για να βγάζουν αντικείμενα από το πηγάδι. (Ital. Rampa =Ανωφέρεια).
    Ρανιατέλα (η): Αράχνη (Ital. Raghatela).
    Ρανίδα (η): Σταγόνα (Αρχ. Ρανίς).
    Ραντό (το): Αραιό (Ital. Rado).
    Ραξίνι (το): Σκούφος καλόγερου.
    Ραπόρτο (το): Αναφορά (Ital. Rapporto).
    Ράσο (το): Γεμάτο .(Ιταλ. Rasso).
    Ράτα (η): Δόση (Ital. Rata).
    Ρατσόλια (τα): Ακτίνες τροχού (Ital. Raggio).
    Ρεβερέντζες (οι): Χαιρετούρες (Ital. Riverenza = Υπόκλιση- Σεβασμός).
    Ρεβερίρω : Χαιρετώ (Ital. Reverire).
    Ρεβεσάριος (ο): Αναθεωρητής , κριτής (βλ. ρεβίζιον).
    Ρεβίζιον (η): Αναθεώρηση (Ital. Revisione).
    Ρεβιζόρος (ο): Αναθεωρητής.
    Ρέβνος (ο): Θάμνος .
    Ρεγάλο (το) Φιλοδώρημα (Ital. Regalo).
    Ρεγγεμέντο (το): Κυβέρνηση (Ital. Reggimento).
    Ρεγγιστράδος (ο): Καταχωρημένος (Ital. Registrado).
    Ρεγγιστράρω : Καταχωρώ (Ital. Registrare).
    Ρεγγλιές (οι): Σουρώματα.
    Ρεγίστρο (το): Ευρετήριο , Ονομαστικός κατάλογος (Ital. Registro).
    Ρεγκιστράρω : Καταχωρώ (Ital. Registrare).
    Ρειπίζω : Γκρεμίζω (ερειπώνω).
    Ρεκαμάδα (η): Κέντημα (Ital. Ricamato).
    Ρεκαμάδος (ο): Κεντητός (Ital. Ricamato).
    Ρεκάμο (το): Κέντημα (Ital. Ricamo).
    Ρεκούπερα (τα): Βοηθητικοί χώροι σπιτιού.
    Ρεκουσινιάρω : Συμβιβάζομαι (Ital.Riconcillare).
    Ρελαντζιόν (η): Αναφορά , Έκθεση (Ital. Relazione).
    Ρεμέγκου (του): Έρημο.
    Ρεμέγκου : Φτερουγίζοντας (Ital.Remeggio=φτερούγισμα , κωπιλάτισμα).
    Ρεμενάτο (το): Τόξο ανοίγματος σε οικοδομή (Ven.Remenàto).
    Ρεμεντζάδος (ο): Με κουπιά (βλ. Ρεμέντζο).
    Ρεμέντζο (το): Κουπιά (Ital. Remeggio).
    Ρεμεντιάρω : Φροντίζω (Ital. Rimediare=Ασκώ φαρμακοθεραπεία).
    Ρεμέντιο (το): Θεραπεία, φροντίδα (Ital. Rimedio=φαρμακοθεραπεία).
    Rimedio).
    Ρεμεντίω : Τακτοποιώ (Ital. Rimediare).
    Ρεμεσιέρης (ο): Επιπλοποιός (Ven. Pemessèr).
    Ρεμέσο (το): Καπλαμάς , λεπτό φύλο για επένδυση ξύλου (Ven. Remeso).
    Ρεμετέρω : Αποδίδω (Ital. Rimettere).
    Ρεμοβέρομαι : Παραιτούμαι.(βλ. Ρεμοβερω).
    Ρεμοβέρω : Μετακινούμαι , αλλάζω θέση, φεύγω (Ital. Rimuovere).
    Ρεμολιμέντο (το): Υπέργηρος, καταβεβλημένος (Ital. Rammollimento=Γεροντική
    Ρεμονταδούρα (η): Επιδιόρθωση , Μπάλωμα.
    Ρεμονταδούρες (οι): Δερμάτινη λουρίδα από την μέσα μεριά της σόλας χειροποίητου παπουτσιού.
    Ρεμόσια (η): Συναλλαγματική (Ital. Rinunzia).
    Ρεμοτσιόν (η): Παραιτούμαι των δικαιωμάτων μου . (Ital. Remissione = Συμβιβαστικότητα, Συγχώρεση , απαλλαγή από χρέος ).
    Ρεμπάλτα (η): Φύλο πόρτας , ράμπα σκηνής , άνοιγμα ανδρικού παντελονιού (Ital. Ribalta).
    Ρεμπαρτάρω : Αναποδογυρίζω (Ital. Ribaltare).
    Ρεμπελεύω : Εναντιώνομαι , εξεγείρομαι (Ital. Ribellare).
    Ρεμπελιό (το): Εξέγερση (Ital. Ribellione).
    Ρεμπόμπο (το): Αναστάτωση , Μπουμπουνητό , δυνατός κρότος (Ital. Rimbombio).
    Ρεμπότο (το): Ενισχυμένη φτέρνα παπουτσιού.
    Ρεμπουκάρω : Σοβαντίζω (Ital. Bocca = άνοιγμα , στόμα).
    Ρεμπουκάρω : Σοβατίζω ,επιχρίω (Ven. Rebocàr).
    Ρενοντζιάρω : Παραιτούμαι , μεταβιβάζω (Ital. Rinnovare).
    Ρέντε (το): Σακίδιο , σάκα από δίχτυ (Ital. Rete =Δίχτυ).
    Ρέντεκλο (το): Ακανόνιστο;;;
    Ρεντικολέτσα (τα): Ρεζιλίκια (Ital. Ridicolezza).
    Ρεντίκολο (το): Γελοίος (Ital. Ridicolo).
    Ρεντικότα (η): Επίσημο σακάκι των πλουσίων.
    Ρεοσύρει (να): Νάχει καλό τέλος.
    Ρέουλα (η): Ρέγουλα - Ρύθμιση (Ital. Regola)
    Ρεουσίρω : Κατορθώνω (Ital. Riuscire).
    Ρεπάρο (το): Καταφύγιο (Ital. Riparo).
    Ρεπομπάρω : Αντλώ (Ital. Pompare).
    Ρεποσάρω : Ξεκουράζομαι. (Ιταλ. Riposo ).
    Ρεπόσο (το): Με χαμηλό ρυθμό (Ital. Riposo = ανάπαυση, συνταξιοδότηση).
    Ρεσπετάδος (ο): Σεβαστός (Ital. Rispetto = Σεβασμός ).
    Ρεστάρω : Μένω – εξαντλούνται τα αποθέματά μου (Ital. Restare).
    Ρεστελάδος (ο): Ξαπλωμένος – αραχτός – Κορδωμένος;
    Ρεστέλο (το): Φράχτης , κάγκελο, φραγμένος χώρος.
    Ρεστεύω : Καθυστερώ .
    Ρέστιμα – Ρέστιμο (το): Επανεκτίμηση – Επανόρθωση (Ital. Restituzione).
    Ρεστιμάρω : Επανεκτιμώ – Επανορθώνω ( βλ. Ρέστιμα ).
    Ρέστο (το): Υπόλοιπο (Ital. Resto).
    Ρετιφικάρω : Επικυρώνω (Ital. Ratificare).
    Ρετούρα (η): Μπόρα.
    Ρετουσάρω : Κάνω τις τελευταίες λεπτομέρειες σε μια εργασία .(Ital. Ritoccare).
    Ρετσέτα (η): Σημείωμα, συνταγή, σκονάκι μαθητή (Ital. Ricetta).
    Ρεφάρω : Επιστρέφω , αναδίδω .
    Ρεφουδάρω : Παραιτούμαι , Εγκαταλείπω (Ital. Rifiutare).
    Ρήγη (η): Κλαδί φυτού για φύτεμα.
    Ρήτα : Αμέσως (Πιθανόν από το ιταλικό Dretta –Ευθεία – Κατευθείαν .
    Ριάλι (το): Παλαιό νόμισμα ( Reale = Βασιλικό ).
    Ρίβα (η): Αυλάκι για φύτεμα. ¶κρη – Ακτή – Όχθη (Ital. Riva).
    Ριγαλίδα (η): Τυφλοπόντικας.
    Ριγανέλο (το): Τουρνέτο;;;;
    Ριγάνι (το): Ξαφνικός αέρας – Ανεμοστρόβιλος.
    Ριγέτα (η): Σιδερένια λάμα.(Ital. Riga = Γραμμή).
    Ριγίζω : Η τοποθέτηση του κλαδιού ενός δένδρου μέσα στο χώμα , χωρίς να κοπεί από το δένδρο , προκειμένου να βγάλει ρίζα και να γίνει άλλο δένδρο.
    Ριγουάρδο (το): Συλλογισμός – περίσκεψη (Ital. Rigogitare = ξανασκέπτομαι)
    Ριζαμοκόνερα (τα): Ριζοβούνι .
    Ρικεμέντο (το): Ανάποδα (Ricomento ;;;;).
    Ρικόρδο (το): Ενθύμιο (Ital. Ricordo).
    Ρικόρσο (το): Προσφυγή (Ital. Ricorso).
    Ρίμα (η): Καταρράκτης , ασθένεια ματιών.
    Ρίμνα (η): Ομοιοκαταληξία (Ital. Rima).
    Ρίνκα : Ξανά , αλλεπάλληλα (Ital. Rinca).
    Ριντό (το): Νυχτικό .
    Ριό (το): Κρύο .
    Ριουντίρω : Αποκρούω. (Ital. Rifiutare).
    Ριπίζω : Πετάω κάτι , εκτοξεύω (αρχ. Ελλην.).
    Ρισερτσιμέντο (το): Επανόρθωση – αποκατάσταση (Ital. Ricarcimento).
    Ρισκατσόν (η): Εξαγορά (Ital. Riscatto).
    Ρίσκια (τα): Διακινδυνεύσεις. (Ital. Rischio)
    Ρίτσικο (το): Το σγουρό.(Ital. Ricciolare).
    Ρίτσικο (το): σγουρό (βλ. Ρίτσο).
    Ρίτσο (το): Ο καράβολας. (Ital. Riccio = Ζγουρό )
    Ριφερτά (η): Απόδειξη – Λαχνός για κλήρωση με αντικείμενα (Ital. Riffa).
    Ροβίνα (η): Ερείπιο (Ital. Rovina).
    Ροβινάτσα (τα): Μπάζα (Ven. Rovinazzi).
    Ρογγέλα (η): Κουβαρίστρα (Ital. Roccheta).
    Ρόγκια (η): Βραχώδης λόφος.
    Ροδαμός (ο): Βλαστός.
    Ροζάδο (το): Ροζέ – Κοκκινωπό (Ital. Rossa = Τριανταφυλλί χρώμμα).
    Ροϊ (το): Επιτραπέζιο δοχείο λαδιού.
    Ρόκα (η): Εργαλείο για την δημιουργία μάλλινης κλωστής.
    Ροκέτο (το): Μακριά φούστα της γυναικείας παραδοσιακής στολής. (Ital. Roccheto : Αναφέρεται ως είδος άμφιου).
    Ροκέτο (το): Γυναικείο φουστάνι της παραδοσιακής στολής με πυκνές σούρες (Ital. Roccheto =οδοντωτό).
    Ρολάδες (οι): Τρεξίματα.
    Ρολίνα (η ): Το καζίνο της Κέρκυρας ,εκεί που είναι τώρα το αρχαιολογικό μουσείο (Ital. Rollina=Ρουλέτα).
    Ρολογιέμαι : Αφουγκράζομαι .(ακούω το ρολόι).
    Ρομαντσίνα (η): Κατσάδα ,επίπληξη (Ital. Ramanzina).
    Ρόμπα : Ανακατεμένα πετρόψαρα.
    Ρόμπα φατούρα (η): Κόστος υλικών και κατασκευής (Roba-fattura=Αντικείμενο- Κατασκευή).
    Ρομπαβέκια (τα): Αντίκες (Ital. Roba-Vecchio=Πράγμα-Γέρικο).
    Ρομπαβίλα (τα): ¶χρηστα πράγματα (Ital. Roba-Vile=Πράγματα-Μηδαμινά).
    Ρόνι (το): Τρέξιμο (αγγλ. Runs – κρίκετ).
    Ρονιά (η): Η απόσταση του κεραμιδιού από τον τοίχο.
    Ρονιά (η): Η αυλακιά των κεραμιδιών.
    Ρόντα (η): Γυρίζω παντού (Ital. Ronda =Τριγυρίζω )
    Ρόποση (δεν έμεινε) : Δεν έμεινε τίποτα .
    Ροτόντα (η): Μικρός στρογγυλός ανοιχτός χώρος η στρογγυλό κτίσμα . (Ital. Rotonta).
    Ρότσουλα (η): Ροδέλα. (ital. Ryzzola).
    Ρούβελας (ο): Κοκκινολαίμης (Ital. Rovello =Εξαψη, οργή, παραφορά).
    Ρούβελας (ο): Μικρό πουλάκι (ο γνωστός κοκκινολαίμης) Εχει ένα κόκκινο σημάδι στο λαιμό
    Ρουβελοπαγίδα (η): Μια παγίδα για ρουβέλια αποτελούμενη από μια πέτρινη πλάκα στερεωμένη με ένα ξυλαράκι δεμένο με μια κλωστή.
    Ρουβελόπιτα (η): Πίτα από κοκκινολαίμηδες (βλ. ρούβελας).
    Ρουβινάτσα (τα): Μπάζα (Ital. Rovinaccio).
    Ρούγα (η): Γειτονιά.
    Ρουγκέτα (η): Δρομάκι , καντούνι (Ital. Rughetta).
    Ρούγκλο (το): Γεμάτο ως επάνω.
    Ρούγλα (η): Μύξα.
    Ρουκλί (το): Μικρό κεφαλόπουλο (ψάρι).
    Ρουμανέτες (οι): Πούλιες πανω σε «παγουνάτσα».;;
    Ρουμπαραρούμ : Κάηκαν όλα , Ανατινάχτηκαν.
    Ρούμπος (ο): Μεγάλη μπουκιά.
    Ρούμπωμα (το): Μπούκωμα.
    Ρούμπωσα η Ερούμπωσα : Γέμισα πολύ το στόμα μου από λαιμαργία.
    Ρούπο (το): Το νερό που κατακάθεται από τις ελιές.
    Ρούσα (η): Κόκκινη (Ιταλ. Rossa ).
    Ρουσάλι (το): Πανηγύρι
    Ρουσιά (η): Η ερυθρά παιδική ασθένεια (Ital. Rosolia).
    Ρουσπίγα η Ρουσπίδα (η): Παλιό Χρυσό Δουκάτο της φλωρεντίας (Ital. Ruspo).
    Ρούτα (είναι ) : Νερουλό – Μαλακό (Ital. Ruta).
    Ρουτί (το): Γυναικείο εσώρουχο.
    Ρούτσια (κάνει): Πεισμώνει ,κάνει μούτρα (Ital. Ruzzo).
    Ρούτσο (το): Θύμος , ισχυρογνωμοσύνη (Ital. Ruzzo=Πείσμα, καπρίτσιο).
    Ρούτσο (το): Πείσμα , δυστροπία (Ital. Ruzzo).
    Ρούτσουλα (η): Ροδέλα .
    Ρουτσώνω : Πεισμώνω (Ital. Ruzzo = Πείσμα ,Καπρίτσιο ,Ιδιοτροπία).
    Ρούφουλας (ο): Ανεμοστρόβιλος.
    Ρουχάζω : Ροχαλίζω.
    Ροφαίτης (ο): Αέτωμα δίκλινης στέγης(Ig. Roof=στέγη).
    Ρπίζω : Σκορπίζω . (Ριπή;;

    ;)
    Τελευταία επεξεργασία από το χρήστη aslan : 06-04-09 στις 11:18






    «Ωόν τίλλεις»





    ΠΑΤΑΤΕ ΚΑΙ ΚΑΝΕΝΑ Thanks -------> ------->------->

  2. #12
    Blogthean
    Δεν έχει οριστεί status
     
    Το avatar του χρήστη aslan
    Εγγραφή
    10-11-2008
    Περιοχή
    ΚΕΡΚΥΡΑ
    Μηνύματα
    596
    Blogthea Money
    25.918
    Ευχαριστώ
    435
    Ευχαριστήθηκε 1.162 Φορές σε 240 Posts

    Προεπιλογή Απάντηση: Η Γλώσσα των Κερκυραίων



    Σ
    Σαβούρο (το): Ένας τρόπος παστώματος και συντήρησης των ψαριών . Τα παλιά χρόνια το πουλούσαν στα μπακάλικα.
    Σαγιαδόρος (ο): Σύρτης πόρτας (Ven. Sagiatòr).
    Σάϊκα : Καλά;;;.
    Σάισμα (το): Παλτό.
    Σαϊτιά (η): Δηλητηριώδες φίδι που πετάγεται όταν επιτίθεται.
    Σακάδα (η): Ενόχληση (Ital. Insaccato=στρίμωγμα ,συνωστισμός).
    Σακάρω : Ενοχλώ (Ital. Insaccare=στριμώχνω).
    Σάκενα (η) Μεγάλο σακί για ελιές.
    Σακολεβιάρικο (το): Είδος καϊκιού φορτηγού .(Ital. Sacco Levare= Φορτώνω Σακιά).
    Σαλάδο (το): Σαλάμι.
    Σαλαήσω Να φωνάξω.
    Σαλακιάζω : Σαπίζω .
    Σαλάκιασμα (το): Εντριβή.
    Σαλαμιστράδο (το): Παστό.
    Σαλάτες (οι): Μαρούλια.
    Σαλβαρόμπα (η): Αποθήκη (Ital. Salvare – Roba ).
    Σαλιέρα (η): Αλατιέρα (Ital. Saliera).
    Σαλίτσο (το): Σανίδωμα ανηφορικό δίπλα στη σκάλα (Ital. Salina=ανάβαση).
    Σαλίτσο (το): Πλατύσκαλο , πεζούλι, δάπεδο (Ven. Salizo).
    Σαλούμι (το): Αλλαντικό (Ital. Salumi).
    Σάλπα (η): Ένα ψάρι που αλλού το λένε…. (Ital. Salpa).
    Σαλταλεόν (το): Σπαστό στήριγμα πατζουριών (Ven. Saltalion ,Ital. Saltaleone= ελατήριο).
    Σαλταρέλο (το): Μάνταλο , είδος σύρτη πόρτας (Ven. Saltarèlo).
    Σαλτέρνω : Πηδάω (Ital. Saltare).
    Σάλτζα (η): Χονδρή μάλλινη φούστα της παραδοσιακής στολής.
    Σάλτο(το): Πήδημα (Ital. Salto).
    Σαλτσάδα (η): Λιθόστρωτο (Ital. Selciato).
    Σαλτσάδο (το): Λιθόστρωτο (Ven. Salizàda , Ital. Salciato).
    Σαμαροκάλυβο (το): Καλύβι σε σχήμα πυραμίδας από καλάμια .
    Σαμαροκάλυβο(το): Καλύβι σε σχέδιο σαμάρας.
    Σαμπέπερο (το): Γυαλόχαρτο (Ig. Sandpeper).
    Σαμπιέρος (ο): Το ψάρι χριστόψαρο.
    Σαμπούκος (ο): Κουφοξυλιά (Ital.Sambuco).
    Σανπιέρος (ο): Το χριστόψαρο .Ονομάστηκε έτσι από τον ¶γιο Πέτρο που λένε ότι το έδωσε στο Χριστό για να το ευλογήσει και όταν το έπιασε έμειναν τα αποτυπώματα των δακτύλων του στο κεφάλι του ψαριού.
    Σάντα λα μαρία (η): Το παιδικό παιχνίδι «Μακριά γαιδούρα».
    Σαντέρλω (η): Πεταχτή;;;.
    Σαουνιά (η): Το σαγόνι.
    Σαργόντες (ο): Αξιωματικός πλοίου;;;;.
    Σαργοπαππάς (ο): Τά ψάρια χαρακίρες
    Σάρτζα (η): Γυναικείο φόρεμα (Ital. Sargia=Κρετόν είδος υφάσματος).
    Σαρτσάδα (η): Αυλή σπιτιού.
    Σαρτσίτσια (τα): Δοσοληψίες ,επαφές;;;.
    Σασίνος (ο): Δολοφόνος (Ital. Assassino).
    Σαύω : Δέρνω;;
    Σάψαλο (το): Καταβεβλημένος – Γέρος.
    Σβίδρα (η): Βίδρα – ενυδρίς.
    Σβιλάδες (οι): Ραπίσματα αέρα.
    Σβίτσερο (το): Ελβετικό τυρί (Ital. Svizzero).
    Σβουντσουρίζω : Πετάω .
    Σγαράρω : Κάνω λάθος (Ital. Sgarrare ).
    Σγόρνα (η): Υδρορροή.
    Σγούμπος (ο): Καμπούρης (Ital. Gobbo).
    Σγούρος (ο): Σβούρα.
    Σγώνω : Κοντεύω να φτάσω.
    Σεγκέτα (η): Κάθισμα με τρύπα στη μέση για αφόδευση.(Ital. Seggio= θρόνος).
    Σεγκούνι (το): Μάλλινο σακάκι γυναικείο μέχρι τη μέση της παραδοσιακής στολής.
    Σείρες (οι): Το ψάρι Γοφάρι.
    Σεκάρει (να): Να σπάσει.
    Σέκο (το): Κτίσιμο χωρίς λάσπη (Ital. Secco=ξηρός).
    Σέκος (ο): Νεκρός.
    Σεκρέτα (τα): Τα ντουλάπια της κουζίνας.
    Σεκρέτο (το): Μυστικό (Ital. Segreto).
    Σέλα (η): Η Βράκα της παραδοσιακής ανδρικής στολής.
    Σέμπρα (η): Η εργάτρια γης που συμμετείχε σε ομάδα.(βλ. Σεμπριά).
    Σεμπριά (η): Ομάδα εργατών γης – Αγροτικός συνεταιρισμός- Αγροτική Συμφωνία (Σέρβικα Sebru).
    Σενάτο (το): Συμβούλιο – Σύγκλητος (Ital. Senato).
    Σεντάλι (το): Κάθισμα αποχωρητηρίου (Ital. Sedile=Κάθισμα).
    Σεντζαφέδες (ο): Αναξιόπιστος , ψεύτης (Ital. Senza-fede=χωρίς πίστη).
    Σεντζίζιμο (το): Ο Εκατοστός (Ital. Centicimo).
    Σέντζο (το): Η Εντύπωση (Ital. Senso).
    Σεράγια (η): Αποθήκη (Ital. Serraglio=φραγμένος χώρος με ζώα).
    Σεράγιο (το): 1. Περιφραγμένος χώρος 2. «Κλειδί» Τοξοειδούς κατασκευής. (Ven. Seràgio).
    Σερατούρα (η): Κλειδαριά (Ven. Seradùra).
    Σερβάρω : Παρατηρώ (Ital. Osservare).
    Σερβίρω Προσφέρω (Ital. Servire).
    Σερβιτσιάλι (το): Το εργαλείο που έκαναν το κλύσμα (Ital. Serviziale).
    Σερβίτσιο (το): Υπηρεσία (Ital. Servizio).
    Σερενάδα (η): Βραδινό τραγούδι (Ιταλ. Serenata = Νυκτωδία).
    Σερέσια (τα): Παντόφλες.
    Σέριος (ο): Σπουδαίος (Ital. Serio=σοβαρός αυστηρός).
    Σέσκουλο ή σέσκλο (το) Ήμερο λάχανο.
    Σεστάδος (ο): Νοικοκυρεμένος (Ital. Assestato).
    Σέστο (το): Νοικοκυριό – τάξη. (Ital. Sesto).
    Σετάρω : Ρίχνω ,εκσφενδονίζω .
    Σήσες (οι): Σκουληκάκια άσπρα μικρά που βγαίνουν στα τρόφιμα.
    Σία Βόγα : Η κίνηση των κουπιών έτσι ώστε η βάρκα να κάνει στροφή επι τόπου (το ένα κουπί μπρός και το άλλο πίσω ). (Ital. Voga=Κωπηλασία).
    Σιάδι (το): Επίπεδο κομμάτι γης.
    Σιάνω : Διορθώνω.
    Σιάρπα (η): Εσάρπα (Ital. Sciarpa).
    Σιασμένος (ο): Αρραβωνιασμένος.
    Σιάτικα (τα): Ισχιαλγίες (Ital. Sciatica).
    Σιγανταβόλτε (η): Ειδικό πριόνι για κυκλικό κόψιμο (Ital. Sega da volte).
    Σιγοντάρω: Συνοδεύω (Ital. Secondo = Δεύτερο και σύμφωνα).
    Σιγουριτά (η): Ασφάλεια (Ital. Sicurita).
    Σιδερόχορτο (το): Αγριολάχανο.
    Σιδερόχορτο (το): Το χόρτο σιδερίτης.
    Σιεμύρε (τοκάνει): Το κάνει ωραία.
    Σιένα (η): Καφεκίτρινη απόχρωση (Ital. Terra di Siena).
    Σιέστα (η): Μεσημεριανός ύπνος (Ital. Siesta).
    Σικαλίδα (η): Μικρό πουλί με γκρίζα χρώματα που τρώει σύκα.
    Σικιστράρω : Δίδω μεσεγγύηση.
    Σίκλος (ο): Κουβάς μεταλλικός (Ital. Secchio).
    Σικουρατσιόν (η): Ασφάλεια- σιγουριά (Ital. Sicurezza).
    Σιλικουτιάζω : Ανακατεύω.
    Σιλιμούργι (το): Το κατακάθι του λαδιού.
    Σιμπαγαδώνω : Καλμάρω – Καταπραϊνω.
    Σιμπάω : Πιέζω-Ζουλάω.
    Σινιαρισμένος (ο): Τέλεια ετοιμασμένος.
    Σινιάρω : Σημαδεύω (Ital. Sighare).
    Σινιώτικος (ο): Χορός των Σινιών .
    Σίντα (η): Μαζί.
    Σιντζίλα (η): Σφραγίδα (Ital. Sigillo).
    Σιντόρνου : Εκτός και;;;
    Σιόρ (ο): Κύριος (Ital. Signore).
    Σιόρα (η): Κυρία (Ital. Signora ).
    Σιούτικο (το): Κολοβό .
    Σιροκολέβαντο (το): ¶νεμος ανατολικός προς βόρειο.
    Σίσκλος (ο) : Κουβάς. (Ital. Secchio)
    Σίτα (η): Κόσκινο .
    Σιτί (το): Κόσκινο του καφέ.
    Σίχλωσα : Μισοχόρτασα .
    Σκαβεντζάρω : Κόβω πατρόν (Ital. Scavezzare).
    Σκαβέντζο (το): Ρετάλι υφάσματος (βλ. Σκαβεντζάρω).
    Σκαβίνα (η): Μάλλινη κουβέρτα (Ital. Schavina ).
    Σκαδέρει (μη) : Μην τύχει.
    Σκαδέρω : Αχρηστεύω .
    Σκαλέτα (η): Ψέμα (Ital. Scaletta=Aφήγηση – επεξεργασία μιας ιστορίας).
    Σκαλινάδα (η): Πέτρινη σκάλα δρόμου (Ven. Scalinàda, Ital. Scalinata).
    Σκαλιώνω : Σκαλώνω.
    Σκαλντίν (το): Μικρή θερμάστρα κάρβουνων γενικής χρήσεως (Ven. Scaldin).
    Σκαλταλέτο (το): Μπρούτζινο μαγκάλι για την θέρμανση υπνοδωματίων (Ven. Scaldàr-lèto).
    Σκαλταμπάνιο (το): Θερμοσίφωνας ξύλων (Ven.Scaldàr-bagho).
    Σκαλταπιέντε (η): Μικρό μαγκάλι για τα πόδια (Ven. Scaldàr-piente).
    Σκάμουνα (τα): Τα Μούρα.
    Σκάμπα (η): Μαθητική κοπάνα (ven. Scampon: far,dar o ciapar un scampon .Ολιγόλεπτη διαφυγή, ένα μικρό «πέταγμα» προς κάπου μακριά .Ital. Scampagnare=εκδρομή).
    Σκαμπάζω : Καταλαβαίνω .
    Σκαμπέλο(το): Κομοδίνο , σκαμνί (Ital. Sgabello).
    Σκανιέλο (το): Μικρό πάρκο για παιδιά χωρίς πάτο και με ρόδες.
    Σκάνιο (το): Καρέκλα (Ven. Scagno).
    Σκανταλέτο (το): Χάλκινο σκεύος για αναμμένα κάρβουνα για ζέσταμα σε κάποιο μέρος του σπιτιού (Ital. Scalda-letto).
    Σκαντερό (τόχει): Τόχει χορτάσει.
    Σκαπαμέντο (το): Φουγάρο.;;;
    Σκαραβανόξυλο (το): Ράμνος η αειθαλής.
    Σκαρβέλι (το): Μέρος από τον εξοπλισμό του γαιδάρου.
    Σκάρδα η ασκάρδα (η): Σκελίδα.
    Σκαρίκι(το): Αναγγελία.;;
    Σκαρλετίνα (η): Ευλογιά (αρρώστια).
    Σκαρμίδα (η): Διχαλωτό σταντ για τα κουπιά.
    Σκαρμοί (οι): Ξύλινα στηρίγματα κουπιών.
    Σκαρμοί (οι): Τα ψάρια Λούτσοι.
    Σκαρμούστο (το): Ρολό από κέρματα.
    Σκαρμοφωλιές (οι): Οι τρύπες που μπαίνουν οι σκαρμοί.
    Σκαρντάρομαι: Πειράζομαι;;;
    Σκαρπίνι (το): Είδος ανδρικού παπουτσιού (Ital. Scarpa).
    Σκάρσο (το): Ελλειπές .(Ital. Scarso).
    Σκαρτζί (το): Το ζημιάρικο παιδί..
    Σκαρτότσα (τα): Καραμέλες.
    Σκαρτσέλι (το): Κουζινίτσα έξω από το σπίτι.
    Σκαρτσιγόπιδο (το): Το ψάρι μικρή γόπα.
    Σκαρτσιμάς (ο): Μικρό καραβιδάκι που το χρησιμοποιούν οι ψαράδες για δόλωμα.
    Σκαρτσιμούρμουρας (ο): Θαλασσινό ίδιο με την αληθινή αλλά το σώμα μέσα
    Σκαρτσότσο (το): Ρολό κερμάτων (Ital. Scartocciare=Ξεφλούδισμα).
    Σκαρτσούνι (το) : Κάλτσα.
    Σκαρτσούνια (τα): Κάλτσες (Ital. Calcetto).
    Σκαρτσουνόροκα (η): Βελόνα για κάλτσες.
    Σκάρφη (η): Φυτό με πολλή πικρή γεύση.
    Σκαρφίζομαι : Επινοώ .
    Σκαρφολίθι (το): Ασβεστόλιθος.
    Σκασιά (η): Πέσιμο ανθρώπου , θορυβώδες και εντυπωσιακό.
    Σκατζιά (η): Ράφι , Ραφιέρα (Ital. Scancia).
    Σκάτουλα (τα): Κουτάκια σπίρτων (Ital. Scatola).
    Σκάτσα (η): Η βάση που στηρίζεται το κατάρτι του πλοίου.
    Σκαφώνι (το): Ξύλινο δοχείο για το πάτημα των σταφυλιών
    Σκένομαι : Σιχαίνομαι .
    Σκεπετιά (η): Πυροβολισμός .(βλ. Σκεπέτο).
    Σκεπέτο (το): Ντουφέκι.(Ital. Schioppo=Κυνηγετικό όπλο).
    Σκέρος (ο): Σύκο.
    Σκερτσάδος (ο): Τρελιάρης (Ital. Scherzo).
    Σκέρτσο (το): Νάζια τρελίτσες (Itasl. Scherzo)
    Σκήπι (το): Μικρός περιφραγμένος κήπος εντός του οικισμού.
    Σκιάομαι : Φοβάμαι .
    Σκίζα (η): Σκισμένο ξύλο για τη φωτιά (Ital. Scheggia).
    Σκίνα (η): Χοιρινή ωμοπλάτη (Ital. Schiena=η πλάτη γενικά).
    Σκινάρι (το): Σχοίνος .
    Σκιόκα (τα): Καψούλια.
    Σκιόρμος (ο): ¶σχημος.
    Σκίτζο (το): Σχέδιο (Ital. Schizzo).
    Σκιτσέτο (το):Σταγονόμετρο (Ital. Schizzetto=κλυστήρας).
    Σκίτσικο (το): Ανισόπλευρο τετράγωνο.
    Σκίφος (ο): Πέτρινο δοχείο για τάισμα γουρουνιών (Ital. Schifo=Αηδία).
    Σκλαπίζω : Σκορπίζω.
    Σκλείθρα (η): Το σπέρμα.
    Σκλεμπού (η): Το ψάρι Πεσκαντρίτσα.
    Σκλέτζα (η) : Ακίδα ξύλου αλλά και μικρό κομμάτι ξύλου για προσθήκη.
    Σκλήθρα (η): 1. Ράτσα 2. Μυτερό ξύλο που αποσπάστηκε με το χέρι από κορμό δένδρου.
    Σκλίθρα (η): Κλωνάρι σταφυλιού.
    Σκόλες (οι): Τα λάβαρα ( προφανώς από το σχολικό λάβαρο – Scuola).
    Σκόλιαμπρα (τα): Μαντάτα.
    Σκομπονέρεται : Σηκώνεται (Ital. Comportare).
    Σκόντο (το): Έκπτωση (Ital. Sconto).
    Σκόντρα (η): Εναντίωση (Ital. Scontro).
    Σκοντρέτα (τα): Σανίδες με φλοιό υπολείμματα πριονιστηρίου .
    Σκόντρο αμπάρα : Ο σιδερένιος σύρτης που αμπάρωνε την πόρτα από μέσα (Ital. Scontro = Συμπλοκή – συνάντηση – εναντίωση).
    Σκορδαλίδα (η): Αγριολάχανο.
    Σκορδομπώλης (ο): Βραχύσωμος.
    Σκορδοστούμπι (το): Ξύλο – Εργαλείο της κουζίνας που έλιωναν το σκόρδο.
    Σκορπιδέλι (το): Μικρό ψάρι –Σκορπιός.
    Σκόρσα (η): Ξύλινο δοκάρι ακατέργαστο (Ital. Scorza =φλοιός).
    Σκορσάρω : Τινάζομαι (Ital. Scossa ).
    Σκόρσο (το): Απότομο σταμάτημα.;;
    Σκόρτσα (η): Επένδυση.(Ital. Scorza = Εξωτερική εμφάνιση – Δέρμα Φιδιού- Επιδερμίδα ).
    Σκόρτσα (τα) Τα σανίδια πάνω στα οποία πατούν τα κεραμίδια (βλ.άνω).
    Σκόρτσα (τα): Αποκόμματα ξύλου (Ital. Scorcio=κομμάτι).
    Σκοτίτας (ο): Σκοτοδίνη .
    Σκοτίτας (ο): Αρρώστια πουλερικών.
    Σκουάρα (η): Γωνιά, Εργαλείο τεχνιτών (Ital. Sguadra).
    Σκούβλο (το): Βούρτσα πατώματος .
    Σκουγέρι (το): Δηλητηριώδες και επιθετικό νερόφιδο
    Σκουδαρόλια (τα). Χρωστούμενα (βλ. Σκούδο).
    Σκουδάρω : Εισπράττω χρέος (βλ. Σκούδο).
    Σκούδο (το): Παλιό βενέτικο νόμισμα (Ital. Scudo).
    Σκούλλινα μπόλια (η): Λινή Πετσέτα (βλ. Σκούλινο).
    Σκούλλινο (το): Ύφασμα φτιαγμένο από Σκουλί – Λινάρι (Αρχ. Σκόλλυς).
    Σκουλουμπουρδιά (η): Τούμπα.
    Σκουμπιασμένο (το): Κακόμοιρο .
    Σκουμποθώνομαι : Σηκώνομαι και κάθομαι.
    Σκουντράω : συγκρούομαι με κάτι (Ital. Scontrare).
    Σκούρμο (το): Ξερό.
    Σκουτέλα (η): Λεκάνη κουζίνας , βαθειά πιατέλα (Ital. Scottella).
    Σκουτελί (το): Λεκανάκι.
    Σκούτζικας (ο): Μεγαλόσωμη σαύρα.
    Σκουτζίκι (το): Δηλητηριώδες και επιθετικό νερόφιδο ίδιο με το Σκουγέρι και μάλλον πρόκειται για το ίδιο φίδι με άλλη ονομασία.
    Σκουτί (το): Ρούχο .
    Σκουτιά (τα): Ρούχα.
    Σκουφέτο (το) : Σκούφια και μτφ. Το προφυλακτικό.
    Σκρίνιο (το): Έπιπλο σαλονιού (Ital. Scrigho).
    Σκρίτο (το): Έγγραφο (Ital. Scrito).
    Σκριτούρα (η): Εκκλησιαστικό έγγραφο.(βλ. Σκρίτο).
    Σκροκαρίζω : Πυροδοτώ.
    Σκρούμπο (το): Καρβουνιασμένο.
    Σκυλομπαρούφα (η): Μεγάλη ανοησία που ελέχθη.
    Σκυλομπαρούφα (η): Μεγάλος καυγάς – σκυλοκαυγάς (Ital. Baruffa = Καυγάς).
    Σκύφος (ο): Πέτρινο δοχείο ταίσματος ζώων.
    Σλόντζα (η): Κομμένη γωνία σιδήρου η ξύλου για ορθογώνια κατασκευή (Ven. Sloza).
    Σμάρι (το): Ζυμάρι .
    Σμούκιο ή Ζμπούκιο (το): Χτύπημα -τρακάρισμα –δυνατή σύγκρουση.
    Σμπάρα (η): Μπάρα πόρτας (Ital. Sbarra).
    Σμπαράρω : Αμπαρώνω (Ital. Sbarrare).
    Σμπάρο (το): Πυροβολισμός , δυνατός και οξύς κρότος (Ital. Sparo).
    Σμπάρο (το): Τουφεκιά – κρότος.
    Σμπήρος (ο): Προδότης – ρουφιάνος.
    Σμπιδίρω : Διώχνω.
    Σμπίρος (ο) Προδότης.
    Σμπούκιο (το): Σύγκρουση (Ital. Sbattere).
    Σμπρέγο (το): Σύγκρουση Πολεμική.
    Σοβελάδο (το): Ανάγλυφο (Ital. Sollevato).
    Σοβρακάρικος (ο): Υπεύθυνος για την φόρτωση του πλοίου.
    Σοβραλόγο : Επί τόπου.
    Σοδισφατσιό (το): Ικανοποίηση (Ital. Sodisfazione).
    Σολδιάτικο η Σολιάτικο (το): Παροχή κτήματος που προέρχεται από εδαφονομή.
    Σολδιατοποίηση (η): Συμφωνία παροχής κτήματος προς καλλιέργεια με σολδιάτικα
    Σόλδιο (το): Νόμισμα ενετικής περιόδου ίσο με μισό Μαρτσέλο. (Ital. Soldo).
    Σολεβάρω : Οδηγώ πλοίο προς τον Ήλιο.(Sole).
    Σόλεβο (το): Ανακούφιση (Ital. Solievo).
    Σολέντες (ο): Αυθάδης (Ital. Insolente).
    Σολέτα (η): Πέλμα κάλτσας (Ital. Soletta).
    Σολιάρης (ο): Ενοικιαστής χωραφιού.
    Σολιάτικα (τα): Νοίκια χωραφιού.
    Σολιάτικο (το): Ενοικιασμένο χωράφι.
    Σόλικος (ο): Εύκολος (Ital. Solingo = Μοναχικός).
    Σόλιο (το) : Παιχνίδι τράπουλας.
    Σομετέρει : Ενδιαφέρει;;;
    Σόμπαχο (το): Τα μέσα κλαριά του δένδρου.
    Σομπλιάζει (με): Με βολεύει – Με εξυπηρετεί.
    Σομπρέσο (το): Σίδερο σιδερώματος (Pressare;;;).
    Σονάρω : Παίζω μουσική. (Ital. Suonare)
    Σονέτο (το): Φυσαρμόνικα (Ital. Sonetto).
    Σόντοβέστα (η): Γυναικείο εσώρουχο-Κομπινεζόν.
    Σορατσέλι (το): Ψευδοροφή (Ven.-Ital. Sora-cielo).
    Σόρδολο Αμπιτάντε : Ερωτική συνεύρεση στην σοφίτα. (Ιταλ. Abitante = Κατοικήσιμος χώρος στην σοφίτα). Sordo lΆ Abitante= Αθόρυβα στη σοφίτα).
    Σοροκάδα (η): Καιρός με άνεμο Σιρόκο.
    Σόρτας (τσι): Πρόχειρο (Ital. Sorta = Κάθε λογής).
    Σόρτε (καλό): Καλή τύχη (Ital. Sorte = Τύχη ).
    Σορτίτα (η): Έξοδος (Ital.Sortita).
    Σοσεντσέρω : Υποστηρίζω (Ital. Sostenere= Υποβαστάζω).
    Σοσπέζος (ο): Εκκρεμής (Ital. Sospeso).
    Σοσπεσιόν (η): Αναστολή (Ital. Sospesione =Εκεχειρία , Διακοπή ).
    Σοσπετάρω : Υποψιάζομαι (Ital. Sospettare).
    Σοσπέτο (το): Υποψία (Ital. Sospetto).
    Σόστιμα (η): Αντικατάσταση (Ital. Sostituto).
    Σοστισφατσιόν (η): Ικανοποίηση (Ital. Sostifazione).
    Σοστιφάρω : Ικανοποιώ (Ital. Sostifare).
    Σοτανέλα (η): Μισοφόρι (Ital. Sottana).
    Σοτοβέστα (η): Κομπινεζόν (Ital. Sotto Vesta = Κάτω από τη φούστα).
    Σοτομπάνκο (το): Κρυφά , κάτω από το τραπέζι (Ital. Sotto banco).
    Σοτονάτολα (η): Ο χώρος κάτω από τη Νάτολα (βλ. Νάτολα).
    Σοτοπόρτιγο (το): Στοά κάτω από διαμπερή στοά εισόδου (Ven. Sotopòrtego).
    Σοτοροκέτο(το): Εσωτερική φούστα (Ital. Roccheto ) βλ. Ροκέτο.
    Σότος (ο): Υποδεέστερος , κατώτερος (Ital. Sotto = υπό ).
    Σοτοσκάλα (η): Ο χώρος κάτω από τη σκάλα (Ital. Sottoscala).
    Σούβελο (το): Χαμένο.
    Σουβλολιά (η): Ράτσα ελαιοκάρπου με μακρόστενο σχήμα .
    Σουγέτο (το): Παλιάνθρωπος – Υποκείμενο (Ital. Soggetto).
    Σούγο (το): Σάλτσα η ζουμί φαγητού (Ital. Sugo).
    Σούδα (η): Χαντάκι .
    Σούδιτος (ο): Υπήκοος (Ital. Suddito).
    Σούζος (ο): Όρθιος (Ital. Suso?????).
    Σούκερας(ο): Μεγάλο πρώιμο σύκο.
    Σούλου μπούρδου (το): Ανακάτεμα.
    Σούμα (η): ¶θροισμα (Ital. Souma).
    Σούμπιτο (το): Σύντομα.
    Σούμπιτος (ο) Βιαστικός (Ital. Subito).
    Σούρδου . Πήγαινε-Ελα ( ετσι το λένε στη Λευκίμμη).
    Σουρλάτσο (το): Περίπατος.
    Σουρμπάω : Ρουφάω.
    Σουρμπέτι (το): Κρασί με ζουμί χόρτων .
    Σουρουκάνι (το): Ακατάσχετη ροή υγρού.
    Σουρούπι (το): Υπνάκος .
    Σουρτού (η): Σετ Αλατοπιπεροθήκης και λαδόξυδου.
    Σούρωμα (το): Μούσκεμα.
    Σουσούμι (το): Ομοιότητα.
    Σουσούμια (τα): Ωραία χαρακτηριστικά
    Σουσουνίστρα (η): Αργοπορημένη.
    Σούσουρο (το): Κρυφόλογα.
    Σούτα (η): Γίδα χωρίς κέρατα (Αλβ. Sute).
    Σουφραδέλι (το): Μικρός καναπές.
    Σούχα (η): Κακή ποιότητα (Αυτό είναι τσι σούχας).
    Σοφεγγιάζω : Δοκιμάζω Εγκαινιάζω (Ital. Saggiare).
    Σοφίτα Αμπιτάντε (η): Κατοικήσιμη υποστεγή (Ven. Sofita abitante).
    Σοφράς (ο): Καναπές;;;;;
    Σοφριγάδα : Τηγανιτό (Ital. Soffriggere).
    Σοφρίτο (το): Τοπικό φαγητό με τηγανισμένες φέτες κρέατος και σάλτσα με τσιγαριστό κρεμμύδι (Ital. Soffritto=τηγανιτό).
    Σπαβεντάρω : Αιφνιδιάζω (Ital. Spaventare).
    Σπαβέντο (το) : Ξάφνισμα,ταραχή.(Ιταλ. Spaventare).
    Σπαγαδιέρης (ο): Ριψοκίνδυνος (Ital. Spericolato).
    Σπαγαδιές (οι): Επικίνδυνα καμώματα.
    Σπακάδα (η): Χτυπητή παρουσία;;; Περιπαιχτική διάθεση;; (Ital. Spasso);;;
    Σπαλαβιέρης (ο): Ειδικό μυστρί σοβατζή (Ital. Spalletta =σενάζι παραθύρου).
    Σπαλέτα (η): Είδος εσάρπας (Ital. Spalla =ωμοπλάτη ).
    Σπαλέτο (το): Γείσο ανοίγματος (Ven. Spalèta).
    Σπανιάρω : Κλωτσάω.
    Σπανιολέτα (η): Μεταλλικό περιστρεφόμενο στήριγμα παραθυρόφυλλου στηριγμένο στον τοίχο. (Ital. Spagholetta).
    Σπάος (ο): Σπάγγος .
    Σπαραβιέρος (ο): Η ξύλινη επίπεδη πλάκα που χρησιμοποιεί ο σοβατζής για να βάζει τη λάσπη (Ven. Sparavièr η Spalivièr).
    Σπαρανιάρω : Εξοικονομώ (Ital. Sparagnare).
    Σπαράνιο (το): Στέρηση (βλ. Σπαρανιάρω).
    Σπάρματσέτο (το): Είδος κεριού.
    Σπαρτίλας (ο): Τόπος γεμάτος με σπάρτα.
    Σπάρτο (το): Είδος χόρτου με μακριά και μυτερά φύλλα .
    Σπαρτσίνα (η): Σχοινί.
    Σπάσο (το): Περίπατος (Ital. Spasso).
    Σπάτσα(τα): Ξεπούλημα (Ital. Spaccio).(Παίρνω τα σπάτσα μου δηλ. φεύγω)
    Σπατσακαμίνος (ο): Καπνοδοχοκαθαριστής (Ital. Spazzacamino).
    Σπατσάρω : Ξεπουλώ και φεύγω.
    Σπέδισμα (το): Τρίκλισμα η Σκόνταψα η Σχοινί που έδεναν τα δύο πόδια του ζώου για να μην μπορεί να φύγει.
    Σπέζα (η): Προμήθειες φαγητού , ψώνια (Ital. Spessa).
    Σπεζάρω : Συντηρώ, ξοδεύω (Ital. Spesare = Συντηρώ).
    Σπέκιο (το): Ταμπλάς ξύλινης πόρτας (Ital. Specchio=Καθρέπτης ).
    Σπεντζαριόλα (η): Εργαλείο πλάνης ξυλουργού για την δημιουργία αυλάκωσης στο ξύλο (Ven. Spontaròla).
    Σπέουλο (το): Ανάχωμα . (Ital. Spigolo).
    Σπέουλο (το): Ανάχωμα.
    Σπερλάδος (ο): Τρελαμένος-πειραγμένος στο μυαλό.
    Σπερνά (τα): Κόλλυβα του εσπερινού .
    Σπερνόζουμο (το): Ζουμί από κόλλυβα
    Σπερτσόζιτο : Βρισιά προς μία γυναίκα (Ital. Sperso = Χώρίς προσωπικότητα , σκόρπιος).
    Σπέτζιο (το): Παρουσιαστικό (Ital. Specchio = Καθρέπτης).
    Σπετσαδούρα (η): «Σπάσιμο» γωνιάς ξύλινης κατασκευής (Ital. Spezzatura).
    Σπετσιό (το): Κάποιο είδος που το χρησιμοποιούμε για να περάσει η ώρα.
    Σπετσιέρης (ο): Φαρμακοποιός (Ital. Spezzieria = Φαρμακείο
    Σπετσερικό (το): Αρωματικό φυτό για το φαγητό (Ital. Spezzie ).
    – Βοτανοπωλείο
    Σπήλιοι(οι): ;;;;
    Σπιανάδα (η): Το τμήμα της πλατείας μπροστά στο παλάτι (Ital. Spianare= Ισοπεδώνω . Spianata =Ισωπεδωμένη).
    Σπιάντζα (η): Ακτή , αμμουδιά (Ital. Spianggia).
    Σπίγγος (ο): Το πουλί σπίνος.
    Σπίγγος (ο): Ο Σπίνος, πουλί με χονδρό κεφάλι και μύτη στο μέγεθος του χελιδονιού. Λαλεί τρίτος το πρωί όταν έχουν σηκωθεί όλα τα πουλιά
    Σπίγολο (το): Η γωνία ενός τοίχου ή ενός αντικειμένου (Ιταλ. Spigolo).
    Σπίγολο (το): Γωνία αντικειμένου (Ital. Spigolo).
    Σπιθουρί (το): Σπυράκι.
    Σπίλα (η): Γυναικεία διακοσμητική καρφίτσα (Ital. Spilla).
    Σπίν ντε πέσε (το): Τοποθέτηση τούβλου η ξύλινου πατώματος «ψαροκόκαλο» (Ven. Spin de pesse) .
    Σπινέτο (το): Το μυτερό μουσάκι.
    Σπίρτο (το): Οινόπνευμα (Ital. Spirito).
    Σπιρτόζος (ο): Έξυπνος (Ital. Spiritozo =Πνευματώδης).
    Σπιτάλι (το): Νοσοκομείο (Ital. Ospetale). Σπιτιών (Ital. Meridiano = Μεσημεριανός ).
    Σπίτσα (η): Μανία , Βιασύνη (Ital. Spiccio = Γρήγορος , Χωρίς Διατυπώσεις).
    Σπιτσερικά (τα): Μπαχαρικά (Ital. (Spezie).
    Σπιτσεριό (το): Φαρμακείο (Ital. Spezieria = Σημαίνει και βοτανοπωλείο).
    Σπίτσερος (ο): Μανιακός (βλ. Σπίτσα).
    Σπιτσίζει : Ταλαντεύεται.
    Σπιτσιφικάρω : Δηλώνω , Καθορίζω (Ital. Significare).
    Σπλενίζομαι : Χάνω την ισορροπία μου .
    Σπλέντητος (ο): Ανοιχτοχέρης (Ital. Spendito).
    Σπλίθρα (η): Οπτόπλινθος .
    Σπλονίζω : Παραπατάω (βλ. σπλόνος).
    Σπλόνος (ο): Φυτό με ναρκωτικές ιδιότητες.
    Σπολάτι(το): Συγχώρεση.
    Σπονδή (η): Ξίνισμα κρασιού.
    Σποντάδα η Σπονδή (η): Ξίνισε (Ital. Punta = Ξυνάδα , Prendere la punta : Έπιασε ξινάδα πχ. Το κρασί ).
    Σπόρκες (οι): Επικίνδυνες (Ital. Sporgente = Προεξέχουσες).
    Σπόρτο (το): Προεξοχή επίπλου (Ital. Sporto).
    Σπουρτζίνα (η): Μεγάλος θυμός (Ital. Spunzone = Χτυπήματα με αγκώνες Και γροθιές).
    Στάγκα (τα): Τα ξύλα του κάρου που έδεναν το άλογο.
    Σταγόνια (τα): ;;
    Στακοφίσι (το): Αποξηραμένος μπακαλιάρος που το είχαν τα καράβια για τα μακρινά ταξίδια . Μαγειρεύεται Μπιάνκο Δηλ. Με το ζουμί του και άσπρο πιπέρι ¨ήλθε στην Κέρκυρα επί Αγγλοκρατίας (Αγγλ. Stock Fish).
    Σταλίκι (το): Κυπαρισσόξυλο για σκεπή .
    Στάμπελε : Σταθερός , ακίνητος (Ital. Stampela = Δεκανίκι
    Σταμπένε (είναι): Εντάξει , εγκεκριμένο (Bene).
    Στάμπιλε (το): Η ακίνητη περιουσία (Ital. Stabile).
    Στάμπιλε (το): Ακίνητη ιδιοκτησία (Ital. Stabile).
    Σταμπίλια (η): Μακέτα ;;; (Ital. Stampiglia=Σφραγίδα).
    Σταμπιλίρω : Σφραγίζω , Οριστικοποιώ (Ital. Stambigliare).
    Στάμπο (το): Πατρόν (Ital. Stampo=φόρμα ).
    Στάνγκα (τα): Τα ξύλα που αναμεσά τους είναι το ζώο που σέρνει το κάρο. (Ital. Stanga =τιμόνι κάρου ).
    Στανγκέτα (η): Μικρή μπάρα πόρτας (Ital. Ven. Stangèta).
    Στανιάρισε : Σταμάτησε η ροή κάποιου υγρού που έτρεχε λιγο λίγο.
    Στάνκα (τα): Τα μακριά ξύλα του κάρου στα οποία έδεναν το άλογο (Ital. Stanga).
    Στάντα (η): Διαίτα (Ital. Stento =Στέρηση).
    Σταντάδα (η): Στολισμένο μαντήλι για το κεφάλι των γυναικών .
    Στάντε : Επειδή , ένεκα ,λόγω του ότι (Ital. Stante).
    Στάτα (η): Οικονομική κατάσταση (Ital. Stato = Κατάσταση πχ il mio stato economico).
    Στατέρι (το): Είδος ζυγαριάς.
    Σταφνισμένος (ο): Νοικοκυρεμένος.
    Σταχτοδευτέρα (η): Καθαρή Δευτέρα .
    Σταχτοπύρι (το): Σακουλάκι που έβαζαν ζεστή στάχτη και το δέναν γύρω από το λαιμό για το κρύωμα.
    Στέκα : Στάσου – Περίμενε.
    Στελίτας (ο): Νευρόπονος.
    Στεντάρω : Στερούμαι (βλ. Σταντα).
    Στεντάρωμαι : Ταράζομαι.
    Στεφανίτες (οι): Ράτσα μανιταριών.
    Στιά (η): Φωτιά (Αρχ. Εστία).
    Στίβα (η): Σωρός από ελαιόκαρπο .
    Στιβαλέτο (το): Μποτίνι (Ital. Stivaletto).
    Στιβαλέτο (το): Γυναικεία κάλτσα μάλλινη και μακριά ως το γόνατο.
    Στιβάλι (το): Μπότα (Ital. Stivale).
    Στιβοδονές (οι): Σωροί από ελιές.
    Στίμα (η): Υπόληψη (Ital. Stima =εκτίμηση).
    Στιμαδόρος (ο): Εκτιμητής (Ital. Stimatore).
    Στιμάρω : Εκτιμώ της αξία πχ. ενός χωραφιού (Ital. Stimare).
    Στιμάρω : Σέβομαι (Ital. Stimare ).
    Στιμόνι (το): Κουβάρι με ψιλή μάλλινη κλωστή πλεξίματος.
    Στοκάδα (η): Ορμή.
    Στοκάδο (το): Χτυπητό – π.χ. κουβέντες στοκάδες (Ital. Tocco).
    Στόκωνε : Έκλεινε .;;
    Στολέτα (η): Περσίδα (Ven. Stolèta).
    Στονάρω : Φαλτσάρω στο τραγούδι (Ital. Stonare).
    Στόρια (η): Ιστορία, αφήγηση.
    Στότιμο (είναι): Ετοιμοθάνατο.
    Στούα (η): Αποπνικτική ατμόσφαιρα.
    Στούγα (η): Δύσπνοια.
    Στουδιάρω : Παρουσιάζω τα πράγματα όπως με βολεύει (Ital. Studiare= Προσέχω τα λόγια μου).
    Στουκάρω : Στοκάρω (Ital. Stuccare).
    Στουκάρω: Στοκάρω (Ven .Stucàr – Ital. Stuccare).
    Στούκος (ο): 1. Στόκος 2. Βλάκας (Ital. Stucco).
    Στούκος (ο): Στόκος (Ven. Stuco).
    Στουπάτες (οι): Κομπρέσες (Ital. Stoppa )
    Στουπέτσι (το): Βερνίκι για άσπρα παπούτσια.;;;;;;
    Στουπίρω : Μένω έκπληκτος (Ital. Stupire = Καταπλήσω).
    Στούφα (η): ¶σχημη μυρωδιά. (Ital. Stufa = Ξέπλυμα βαρελιού με χόρτα για να φύγει η μυρωδιά.).
    Στουφάρω : Απεχθάνομαι. (Ital. Stufare).
    Στούφος (ο): Δυσφορία , απέχθεια (Ital. Stufo =Μπούχτισμα ).
    Στράιστο (το): Είδος ταγαριού – κρεμαστής τσάντας από τον ώμο για μεταφορά φαγητού η διαφόρων πραγμάτων .
    Στράιστο (το): Ταγάρι .
    Στρακέρντο (το): Στραβόξυλο- Κακόβουλος.
    Στράκος (ο): Κατάκοπος – Ράκος (Ital. Straccio).
    Στρακώνει : Όταν κατακάθεται το χώμα .
    Στραμπαλάδος (ο): Στραβόξυλο , παράξενος , ιδιότροπος (Ital. Strambo).
    Στραμπαλάδος (ο): Ιδιότροπος (Ital. Strampalato =Παράξενος).
    Στράνιος (ο): Παράξενος (Ital. Strano = Αλόκοτος).
    Στράντζο (το): Χονδροφτιαγμένο χαρτί περιτυλίγματος (Straccio = Κουρέλι ).
    Στραπατσάρω : Καταστρέφω κάτι.
    Στραπάτσο (το): Μεγάλη ζημιά (Ital. Strapazzo).
    Στραπουντί (το): Στρώμα (Ital. Strapunto).
    Στράτα (η): Δρόμος (Ital. Strada).
    Στρατόνα (η): Χωρίστρα μαλλιών.
    Στρατόνι (το): Μονοπάτι (βλ. στράτα).
    Στρατσί (το): Τσαλακωμένο ρούχο (Ital. Straziare).
    Στρατσόχαρτο (το): Μπακαλόχαρτο.
    Στρατώνια (τα): Δρομάκια.
    Στρεγκλεύω : Στραμπουλίζω (Ital. Stragolare ).
    Στρέει (μου) : Μου βγαίνει σε καλό .
    Στρέμπελος (ο): ¶νθρωπος ανάποδος (Ital. Strambo= Στρεβλός ).
    Στρέπετο (το): Θόρυβος (Ital. Strepito).
    Στρέπιτο (το): Φασαρία (Ital. Strepito = Θόρυβος).
    Στρέτος (ο): Στενός (Ital. Stretto).
    Στρήνα (η): 1. Μπουναμάς 2. Είδος σκληρής πέτρας για το άναμμα της φωτιάς
    Στρίγγα (η): Πηχάκι και γενικά το «κορδόνι» στις κατασκευές (Ital. Stringa).
    Στριγγοπούλι (το): Ράτσα νυχτόβιου αρπακτικού.
    Στρίγκα (η): Λεπτή διακοσμητική λωρίδα ξύλου η σιδήρου (Ven. Strica Ital. Stringa=κορδόνι).
    Στριμανκίδι (το): Είδος σύκου για αποξήρανση.
    Στρίνα (η): Μποναμάς για τα κάλαντα.
    Στρίνα (η): Το φιλοδώρημα στα παιδιά που λένε τα κάλαντα.
    Στρινάρι (το): Σκληρή πέτρα που όταν την χτυπήσεις με κάτι σκληρό
    Στρινάτσα (η): Πετρώδες έδαφος.
    Στρινές (οι): Η περίοδος της αποκριάς.
    Στρίνκα (η): Επίμηκες πηχάκι που καλύπτει κενά στην κατασκευή επίπλων η άλλων κατασκευών (Ital. Stringa = Κορδόνι).
    Στρίνος (ο): Κοφτερή και σκληρή πέτρα που έβγαζε σπίθες όταν την χτυπούσαν.
    Στριντσέρω : Πιέζω (Ital. Stringere = Σφίγγω).
    Στριτσέλια (τα): Καβαλέτα μαραγκού.
    Στριφίγγουλο (το): Μπερδεμένο – στριφογυριστό.
    Στριφουλίδα (η): Στροφή- στρίψιμο.
    Στρόμπος (ο): Σχοινί του κουπιού.
    Στρονίζω : Δεν κάθομαι ήσυχος – κάθομαι νευρικά στην καρέκλα .
    Στρόντζος (ο): Ξεραμένο κόπρανο (Ital. Stronzo = Κόπρανο).
    Στρούδι (το): Στρείδι.
    Στρούδι (το): Μεταλλικό στήριγμα στροφείου στο κάτω μέρος σιδερένιας εξώπορτας (στρείδι).
    Στρούνος (ο): Το ψαρόνι αποδημητικό πουλί (Latin. Strunus).
    Στρωνίζω : Στριφογυρίζω στο κρεββάτι.
    Στρωνίζω : Στριφογυρίζω ανήσυχα.
    Συδάυλιστρο (το): Εργαλείο του τζακιού για το ανακάτεμα του κάρβουνου.
    Σύθαμπα : Χαράματα.
    Συκεριά (η): Συκιά.
    Συκομαϊδα (η): Πίτα από σύκα με αλκοόλ και μπαχαρικά.
    Συμπράγαλα (τα): Διάφορα εργαλεία η αντικείμενα.
    Συναγώι (το): Εβραική συναγωγή.
    Συνάπι (το): Ήμερο λάχανο.
    Συνασκάλα (η): Συνομήλικη.
    Συνδαυλίζω : Σκαλίζω τη φωτιά.
    Συνεμπήκε : Μπήκε στο μυαλό μου.
    Συντρέχω : Βάζω υποψηφιότητα .
    Συρμοί (οι): Επιδημίες.
    Σύρτσιτο : Σύρε της το : Πήγαινέ της το.
    Σύσκαρος (ο): Όλος (Ο φράχτης έφυγε σύσκαρος).
    Σύσκαρος (ο): Όλος μαζί , μονοκόμματος.
    Σύσκοτα (τα): Συσκότιση.
    Συφοριάζω : Καταστρέφω – προκαλώ συμφορά.
    Συφτάκω : Προλάβω .
    Σφαγιό (το): Πόνος -Σφάχτης .
    Σφαλάγγι (το): Μικρή αράχνη (Αρχ. φάλαγξ ).
    Σφαλαγγονιά (η): Φωλιά αράχνης (βλ. σφαλάγγι).
    Σφαλί (το): Αυτοσχέδιο πώμα μπουκαλιού.
    Σφαλιά (η): Δύσβατο μέρος με πολλή βλάστηση.
    Σφάλισα : Έκλεισα ερμητικά το σπίτι.
    Σφατσέλο (το): Καταστροφή (Ital. Sfacelo= Διάλυση, νέκρωση).
    Σφέζα (η): Ρωγμή (Ital. Spezzare =Σπάζω , θραύω).
    Σφίγλα (η): Διακοσμητική καρφίτσα που στερέωναν οι γυναίκες την μπόλια..
    Σφογγίζω: Καθαρίζω από κάτι υγρό (Σφογγίζω τον ίδρω μου).
    Σφογγολάμπα (η): Πετσέτα προσώπου.
    Σφοδόνα (η): Ο γύρος του αλωνιού.
    Σφοντήλι (το): Εργαλείο για την δημιουργία μαλλινης κλωστής.
    Σφοντύλι (το): Εργαλείο για την κατεργασία του μαλλιού.
    Σφορδίνη (η): Το προφυλακτικό. Βλ. Σκουφέτο.
    Σφυρίδα (η): Εργαλείο του ελαιοτριβείου στρογγυλό και επίπεδο πλέγμα από χονδρές ίνες διαμέτρου 60 εκατοστών περίπου που λειτουργεί ως φίλτρο.
    Σχίζες (οι): Σχισμένα ξύλα για τη φωτιά.
    Σωκάρδι (το): Ρούχο της γυναικείας παραδοσιακής στολής Σαν την καμιζιόλα αλλά ανοιχτό στο πέτο.
    Σώρουχο (το): Εσώρουχο της παραδοσιακής γυναικείας στολής. Έφτανε μέχρι τα γόνατα και έδενε με λουρίδες πάνινες.
    Σώχωρο (το): Ανοιχτός σκεπαστός χώρος στην είσοδο του σπιτιού .






    «Ωόν τίλλεις»





    ΠΑΤΑΤΕ ΚΑΙ ΚΑΝΕΝΑ Thanks -------> ------->------->

  3. #13
    Blogthean
    Δεν έχει οριστεί status
     
    Το avatar του χρήστη aslan
    Εγγραφή
    10-11-2008
    Περιοχή
    ΚΕΡΚΥΡΑ
    Μηνύματα
    596
    Blogthea Money
    25.918
    Ευχαριστώ
    435
    Ευχαριστήθηκε 1.162 Φορές σε 240 Posts

    Προεπιλογή Απάντηση: Η Γλώσσα των Κερκυραίων

    Τ-Υ-Φ-Χ-Ψ-Ω
    ΤΆαψήλου Κορώνα-Γράμματα, τυχερό παιχνίδι που παίζουν την Πρωτοχρονιά στον δρόμο.
    Τα πάντα όλα : ΄Τα πάντα.
    ΤαΆαψήλου : Κορώνα γράμματα.
    ΤαΆφόντου : Χαμένο. (Ital. Fondo= βάθος)
    Ταβέρσα (η): Ποδιά.
    Ταβλάτσο (το): Εξέδρα ξύλινη (Ven. Tavolazzo).
    Ταβλί (το): Τραπεζάκι ξύλινο.
    Ταβλομαστέλα (η): Η τάβλα που έβαζαν λοξά στο μαστέλο για να πλύνουν τα ρούχα.
    Ταβουλί (το): Τραπεζάκι (βλ. ταβουλομέσαλο).
    Ταβουλί (το): Τραπεζάκι (Ven. Tavolin).
    Ταβουλομέσαλο (το): Τραπεζομάντιλο (Ital. Tavola =Τραπέζι) .
    Ταγαπιέρος (ο): «Πετράς» Μάστορας πέτρας , Λιθοξόος (Ven. Tagiàrpiero).
    Τάγγι (το): Δοχείο για μεταφορά λαδιού (Μετάγγιση;;;;;).
    Ταγιαδέλα (η): Τα λαζάνια (Ital. Tagliatella).
    Ταγιαντίζω : Ανέχομαι μια άσχημη κατάσταση.
    Ταγιάρω : Κόβω.
    Τάγιο (το): Κόψιμο , κοπή (Ven. Tagio).
    Τάκος (ο): Ξύλινη σφήνα (Ital. Tacco).
    Τακουί η Τακουίνι (το): Πορτοφόλι .
    Τάλε Κουάλε : Έκφραση που σημαίνει «το ίδιο πράγμα (Ital. Tale guale).
    Ταλιαδούρος (ο): Σύρτης πόρτας που ανεβοκατεβαίνει μαχαιρωτά (Ital. Tagliatore).
    Ταμπακαρθούνης (ο): αυτός που έχει μεγάλα ρουθούνια.
    Ταμπάρο (το): Βαρύ παλτό (Ital. Tabarro = Μπέρτα – Χλένη).
    Ταμπουρλής (ο): Τυμπανιστής (Ital. Tampuro).
    Ταμπουρλονιάκαρα (τα): Όργανα ορχήστρας (νιάκαρη = αυλός).
    Τανάγια (η): Τανάλια (Ven. Tanagia).
    Τανκουί (το): Το πουγγί.
    Τάντα (η): Αλεξάνδρα Χαϊδευτικό.
    Ταπέτο (το): Χαλί (Ital. Tapetto).
    Ταπέτου : Στα πεταχτά (Στοχεύοντας το πούλι στο κυνήγι).
    Τάρα (η): Απόβαρο , κατακάθι (Ital. Tara).
    Ταραγιάρω : Αφαιρώ το κατακάθι από το κρασί (βλ. Τάρα).
    Τάραμα (το): Σύγκρυο.
    Ταραντέλα Καριέρα (η): Ταχυδρομικό πλοιάριο (Ital. Tarantola Corriere).
    Ταραντέλα (η): Είδος ψαρόβαρκας που χρησιμοποιεί ένα ειδικό δίχτυ (Ital. Tarantola : Η Αράχνη Ταραντούλα – Προφανώς αναφέρεται στο δίχτυ της αράχνης.
    Ταρίφα (η): Απόδειξη (Ital. Tariffa).
    Ταρτσέβερη (η): Σάλα.
    Τάρδι η Τάρτυ: Αργά (Ital. Piu Tardi ).
    Τασέλο (το): ¶νοιγμα , θυρίδα (Ital. Tasselo =Κόψιμο καρπουζιού σε ένα σημείο .
    Τάσκα (η): Σακίδιο ώμου (Ital. Tasca).
    Τάταλο (το): Χουρμάς .
    Τάτας (ο): Χαιδευτικά ο πατέρας (Ital. Tata).
    Ταυλάτσο (το): Πλατιά σανίδα ή σανίδες ενωμένες.
    Ταυλάτσο (το): Σανίδωμα.
    Ταυλοκούνια (πάει): Κουνιέται.
    Ταυλομαστέλα (η): Σανίδα για το πλύσιμο των ρούχων.
    Ταφέτας η Σταφέτας (ο): Ταχυδρόμος.
    Ταφόντου : Κατά διαόλου , για πνίξιμο (Ital. Fondo =βυθός).
    Τέγκα (η): Το ψάρι Στείρα.
    Τελατινα (η) Γυαλιστερό δέρμα (Ital. Tela-tina = μουσαμάς).
    Τέλεια : Τελείως – εντελώς.
    Τέλεια : Τελείως.
    Τέλεια παραχώρηση (είσαι): Ανυπόφορος είσαι.
    Τελέρι (το): Πλαίσιο για τοποθέτηση τζαμιού (Ven.Telèr,Ital. Telaio=Σκελετός)
    Τελετάδος (ο): Ετοιμοθάνατος .
    Τέμπα (η): Κοιλιά .
    Τεμπίρω : Καταπραϊνω (Ital. Temperare).
    Τέμπο (το): Ρυθμός( Ital. Tempo).
    Τέμπολο (το): Λεπτό – Καμωμένο με λεπτομέρεια (Ital. Τemplo= Το τέμπλο της Εκκλησίας – και μεταφ. Ο Ναός της τέχνης).
    Τενέλο (το): Τραπεζαρία .
    Τενέντες (ο): Υπολοχαγος η Υποπλοίαρχος (Ital. Tenente). Όταν ο άνδρας Ρωτούσε τη γυναίκα του με ανακριτικό ύφος αυτή έλεγε Ειρωνικά «Ήρθε για λεζάμινα ο τενέντες» Δηλαδή ήρθε για Εξέταση ο υπολοχαγός (Εξέταση – Esami – Esaminante= Eξεταστής
    Τεντάρω : Προσπαθώ πολύ.
    Τέπει : Σουρώνει.
    Τερακότα (η): Κεραμιδί χρώμα (Ital. Terracotta).
    Τερερέ : Κρύο.
    Τερεφός (ο): Ελαττωματικός , πλημμελής.
    Τερίνα (η): Πήλινη πιατέλα (Ital. Terra=Γη).
    Τερμινάρω : Περατώνω – Φέρω εις πέρας (Ital. Terminare).
    Τέρμονας (ο): Οριακό σημείο , τέλος αγρού (αρχ. Τέρμων).
    Τερτικό (το) : Κοφίνι φτιαγμένο από λυγαριές και Καλάμια , χρησίμευε και ως μονάδα Μέτρησης ( μάζεψε τέσσερα τερτίκα Ελιές )
    Τερτσαδούρος (ο): Το σανίδωμα πάνω από εσωτερική σκάλα (Ital. Attrezzatura).
    Τέρτσο (το): Τρίτο – Και ως μουσικός όρος , η Τρίτη .
    Τέρτσο τήρο (με έφερε) : Με στρίμωξε (Ital. Terzo Tiro = Η τρίτη και καθοριστική βολή στους αγώνες σκοποβολής).
    Τερτσοδούρος (ο): Το ξύλινο ταβάνι στην κορυφή μιας σκάλας.
    Τέρτσος (ο): Τρίτος (Ital. Terzo).
    Τέστα (η): Στάση (Ital. Testa = Και η στάση του κεφαλιού – Πόζα).
    Τεστιέρα (η): Το Κεφαλάρι του κρεββατιού (Ital. Testa).
    Τετάρτια (τα): Κομμάτια (Τέταρτα).
    Τεταρτιάζομαι : Κομματιάζομαι (γίνομαι τέταρτα).
    Τεταρτιάζω : Κομματιάζω (Χωρίζω σε τέταρτα).
    Τετέρισμα (το): Θροή.
    Τετράδη (η): Τετάρτη.
    Τζά : Ήδη, Βέβαια (Ital. Gia).
    Τζαλέτι (το): Τηγανίτα από καλαμποκάλευρο .
    Τζαμάρα (η): Φλογέρα.
    Τζαρδίνι (το): Κηπάριο (Ven. Zardin-giardin,Ital. Giardino).
    Τζαρντίνος (ο): Κήπος με λουλούδια (Ital. Gardino).
    Τζάρτζα η Σάλσα (η): Μάλλινη φούστα της παραδοσιακής γυναικείας στολής.
    Τζία (η): Θεία (Ital. Zia).
    Τζίνι (το): παιχνίδι,σκέρτσο,νάζι.
    Τζίνια (τα): Παιδική φασαρία (Ital. Ghigno=Καγχασμός).
    Τζίντζαλα (τα) Κομμάτια.
    Τζίντζια (τα): Κολιέ για τη βασκανία (Ital. Cinghia=Λουράκι ).
    Τζιντζίλο (το): Στραμπούληγμα (Ital. Gingillo =Μεταφ. Συστρέφω, περιστρέφω).
    Τζίντζολα (η): Το ψάρι Γίλος.
    Τζίντζολα (η): Τζίτζυφο (Ital. Zizzola).
    Τζιογάτουλο (το): Υποχείριο ,παιχνίδι, ψεύτικο(Ital. Giocattolo).
    Τζιόγος (ο): Χαρτοπαιξία (Ital. Gioco).
    Τζίρος (ο): Εμπορική δραστηριότητα (Ital. Girare).
    Τζίτζιρας (ο): Τζιτζίκι.
    Τζιτζιφιόνγκος (ο): Φαντασμένος.
    Τζόβενο (το): Χαμίνι.
    Τζογάρω : Παίζω τυχερά παιχνίδια.
    Τζογάτουλο (το): Κάποιος που τον περιπαίζουν (Ιταλ. Giocattolo= Παιδικό παιχνίδι.
    Τζογιά (η): Παρτίδα.
    Τζόγια (η): Χαρά (Ital. Gioia).
    Τζόγος (ο): Τυχερό παιχνίδι.
    Τζορνάδα (η): Εφημερίδα – « τόβαλε στη τζορνάδα» (Ital. Giornale).
    Τζουκαριέρα (η): Ζαχαριέρα (Ital. Zuccheriera).
    Τζουρνάδα (η): Μεροκάματο. (Ιταλ. Giornata).
    Τζουστάρω : Παραβάλλω (Ital. Giustare).
    Τζούστο (το): Ακριβώς.
    Τζώρα (έγινε ) : Μέθυσε.
    Τηγανίτα (η): Λουκουμάς .
    Τηγανόψωμο (το): Τηγανισμένο ζυμάρι .
    Τήρο (το): Αλαζονεία (Ital. Tiro : Κατά μία έννοια η Κάκή και ανέντιμη Πράξη.
    Τιγανίτες (οι): Λουκουμάδες.
    Τίνα (η): Μεγάλο ξύλινο βαρέλι λαδιού (Ital. Tino =Κάδος για πάτημα σταφυλιών).
    Τινέλο (το): Τραπεζαρία (Ital. Tinello).
    Τιόρι : Ορίστε – Τι ορίζετε.
    Τίρο (το) : Κόρδωμα,περηφάνεια.
    Τίρο (το): Ύφος ,φόρα, απόσταση βολής (Ital. Tiro = Ρουφιξιά τσιγάρου, τράβηγμα, βολή).
    Τισταδόρος (ο): Διαθέτης (Ital. Testatore).
    Τίτολο (το): Τίτλος, αξίωμα (Ital. Titolo).
    Τίτολος (ο): Τιτλούχος επίτροπος (Ital. Titolare).
    Τίτουλο (το): Τίτλος (Ital. Titolo).
    Τοβάλια (η): Τραπεζομάντιλο (Ital. Tovaglia).
    Τοβέρσα (η): Ρόμπα.
    Τογανιαρέοι (οι): Τελωνειακοί (Ital. Doganiere).
    Τόκα (η): Νηνεμία .
    Τοκάδος (ο): Τρελούτσικος «πειραγμένος» (Ital. Toccato).
    Τοκάδος (ο): Καταπονημένος, εξουθενωμένος (Ital. Toccato=Πειραγμένος).
    Τοκάρω : Χτυπώ, εξουθενώνω (Ital. Toccare).
    Τόκος (ο): ¶γγιγμα (Ital. Tocco=άγγιγμα).
    Τόμου : Μόλις , Αφού.
    Τόμπα (η): Μαρμάρινο μνημείο (Ital. Tomba=Τάφος).
    Τόμπολα (η): Κλήρωση λαχείων (Ital. Tombola).
    Τόντο (το): Σφαιρικό (Ital. Tondo).
    Τορκί η τορκός (το): Σιδερένια στεφάνη για βαρέλια η για τροχούς κάρου(Ital. Torco = στρίβω, συστρέφω).
    Τόρκολο (το): Ξύλινο στρογγυλό πιεστήριο για σταφύλια (Ital. Torcoliere= χειριστής παλαιού πιεστηρίου ).
    Τορκός (ο): Το σιδερένιο τσέρκι από τον τροχό του κάρου.
    Τορκός (ο): Μισοστρόγγυλο μαξιλαράκι για το πλέξιμο των μαλλιών των γυναικών.(βλ. Τορκί).
    Τορναλέτο (το): Διαφανής κουρτίνα κρεβατιού για τα κουνούπια (Ital. Torno-letto).
    Τορνέσια (τα): Βενετσιάνικα χάλκινα κέρματα .
    Τορνέτο (το): Σιδερένιο εξάρτημα για το σχοινί των ζώων που μπορούσε να περιστρέφεται για να μην μπερδεύεται το σχοινί (Ital. Tornetto= περιστρεφόμενο).
    Τόρτσα (η): Μεγάλη λαμπάδα για τις λιτανείες στριφτή (Ital. Torcetto= Βάση λαμπάδας με στριμμένα κεριά).
    Τορτσόνια η Τόρτσες (τα): Οι μεγάλες λαμπάδες που συνοδεύουν την εικόνα στην Λιτανεία.
    Τότενες : Τότε.
    Τοτόρος (ο): Γιατρός (Ιταλ. Dottore).
    Τότος (ο): Χαϊδευτικό του Θεόδωρος.
    Τότσο : Λίγο. (Ital. Tozzo – Per un tozzo di pane ).
    Του λόγου σου : Εσύ. (Μάλλον απρεπώς).
    Τουβάγια (η): Τραπεζομάντιλο (Ital. Tovaglia).
    Τουβαέλι (το): Το τραπεζομάντιλο.
    Τουγάνα (η): Τελωνείο (Ital. Dogane).
    Τούγιο (Με άλλο): Με άλλη δόση.
    Τουλουπώσου : τυλίξου.
    Τούμπα (μούρθε). Τάση για εμετό.
    Τούμπος (ο): 1.Σωλήνας 2. Το σωληνοειδές γυαλί της λάμπας πετρελαίου (Ital. Tubo).
    Τούρη (η): Πύργος (Ital. Torre).
    Τουρκί (το): Εργαλείο για το ψάρεμα της Αληθινής.
    Τουρκί (το): Σιδερένιο τσέρκι (Ital. Torcere).
    Τουρλίδα (η): Αρπακτικό πουλί .
    Τουρνελέτο (το): Παραβάν γύρω από κρεβάτι (Ital. Attorno al letto).
    Τούτο ούνο (έχουνε το ): Κοινή άποψη (Ital. Tutto uno).
    Τότσο η Τούτσιο : Πολύ μικρό (Ital. Tozzo).
    Τούφος (ο): Πορώδης βράχος ,Ψαμμίτης (Ital. Tufo).
    Τραβαγιέρης (ο): Εργολάβος , προσωπάρχης (Ital. Travaglio = Ταλαιπωρία, κόπος).
    Τραβάγιο (το): Μεροκάματο σε κάποιο έργο (Ital. Travaglio =Βάσανο , κόπος ).
    Τραβάγιο (το): Κόπωση, δοκιμασία (Ital. Travaglio).
    Τραβενιέρω : Μεσολαβώ;;
    Τραβεντζάρω : Μεταγγίζω (Ital. Ατravasare).
    Τραβέντζο (το): Μετάγγιση (Ital. Travaso).
    Τραβέρσα (η): Εγκάρσιο δοκάρι (Ital. Traversa).
    Τράβο (το): Δοκάρι (Ven. Travo,Ital. Trave).
    Τράβο (το): Ξύλινο δοκάρι σκεπής (Ital. Trave).
    Τραγκέτο (το): Θαλάσσιο πέρασμα ανάμεσα σε δυο στεριές (Ital. Traghitto).
    Τρακαζήκα (η): Σάκα κυνηγού.
    Τράμιο (το): Ναυλωμένο φορτηγό.
    Τραμπαλάδος (ο): Ασταθής, ταλαντευόμενος (Ital. Tramballare).
    Τραμπούκι (το): Καταπακτή στο ταβάνι (Ven. Trabuchèto,Ital. Trabocchetto).
    Τραμπούκο (το): Δωροδοκία (Ital. Traboccare= Ξεχειλίζω )
    Τρανσανζιόν(η): Συμβιβασμός (Ital. Transazione).
    Τράος (ο): Τράγος.
    Τραπέτσι (το): Πολύ ξινό.
    Τραπέτσι (το): Πολύ ξινό.
    Τρατάδα (η): Εν αναμονή (βλ. Τράτο ).
    Τραταμέντο (το): Κέρασμα (Ital. Trattamento).
    Τραταντσιόνος (ο): Ανάπτυξη θέματος (Ital. Trattazzione).
    Τρατάρω : Κερνάω .(βλ. Τραταμέντο).
    Τράτο (το): Το διάστημα , η απόσταση , το περιθώριο (Ital. Tratto).
    Τράφιγο (το): Εμπόριο (Ital. Traffico).
    Τράφος (ο): Χαντάκι , ξεροπόταμος (αναγρ. Τάφρος).
    Τραφούδι (το): Μικρό ποταμάκι.
    Τράχηλας (ο): Το πέτρινο χείλος του πηγαδιού.
    Τράχτα (η): Βρώμα.
    Τρεανκαρέλα (η): ¶γκιστρο με τρία αγκυρίδια για ειδικό ψάρεμα (Ital. Treancorella).
    Τρέγο (το): Τετράγωνο πανί πλοιαρίου.
    Τρέκουλα (η) Υπογραφή.
    Τρέσα (η): Μακρόστενη διακοσμητική κορδέλα για τα φορέματα.
    Τρεσάρω : Τροχίζω.
    Τρεσέτε η τρισέτε (το): Είδος χαρτοπαίγνιου (Ital. Tressette).
    Τρεχούμενη (η):Τρέλα (μπα που να σε φαει Τρεχούμενη ).
    Τρήλιο (το): Παιχνίδι τράπουλας.
    Τριάγκωνο (το): Τριγωνική λίμα (Ital. Triancolare).
    Τριβέλι (το): Τρυπάνι ,αρίδα (Ital. Trivella).
    Τριβελίζω : Ζαλίζω κάποιον (Ital. Trivellare=Τρυπανίζω).
    Τρίβουλα (τα): Ψίχουλα.
    Τρίβουλο (το): Τρίμμα.
    Τρικάπνιστος (ο): Τρεχάτος.
    Τρικό (το): Ζακέτα.
    Τρικούκουδο (το): Πολύ άσχημο.
    Τρίλιο (το) Παλιό παιχνίδι με χαρτιά .
    Τριμόχολο(το) Ξαφνικός αέρας – Μικρός ανεμοστρόβιλος.
    Τριμπόνι (το): Είδος παλιού τουφεκιού με χονδρή κάννη που έμοιαζε με τρομπόνι (Ital. Trobbone).
    Τριοντάω : Μοσχοβολάω.
    Τριποσάκι (το): Ξεραμένο χόρτο που βγαίνει πολύ δύσκολα από τα ρούχα.
    Τρισέτε (το): Παιχνίδι τράπουλας..
    Τρίτσα (η): Ψάθινο καπέλο (Ital. Trecia = πλεγμένο).
    Τριτσάνα (η): Ανατριχίλα. (ital. Arricciare) . Βλ. Αναρίτσια.
    Τριτσάνα (η): Τριήμερος πυρετός (Ital. Terza = Τρίτη).
    Τριτσέλι (το): Παλιό ξύλινο κρεβάτι με καβαλέτα και τάβλες.
    Τριτσέλια (τα): Τρίποδα για πρόχειρο πάγκο μαστόρου και για πρόχειρο και φτηνό κρεββάτι.
    Τριτσέτο (το): Κοπίδα (Γεωργικό εργαλείο).
    Τριχιά (η): Σχοινί από σκληρές τρίχες .
    Τροβαδούρος (ο): Τραγουδιστής (Ital. Trovatore).
    Τρογύρου : Τριγύρω.
    Τρόκολο (το): Τμήμα παλαιού ελαιοτριβείου.
    Τρομπόνι (το) : Χονδρό Τουφέκι Εμπροσθογιομή
    Τρόνκο (το): Μεγάλο κομμάτι κορμού δένδρου (Ital. Tronco=Κορμός).
    Τρούπα τσίβικα (η): Είδος πολιτοφυλακής επί ενετικής περιόδου που την επάνδρωναν πολίτες (Ital. Truppa Civica = Σώμα Πολιτών).
    Τρουτσέτα (η): Μικρό κυρτό μαχαίρι για γεωργική χρήση.
    Τροφαδούρος (ο): Λαίμαργος, φαγάς.
    Τροχαλιά (η): Πέτρινο τοιχίο.
    Τρόχαλος (ο): Ξερολιθιά (Αρχ. Τροχαλός).
    Τροχήλι (το): Κυκλικό στηθαίο πηγαδιού .
    Τρυποκάρυδος (ο) Πολύ μικρό πουλί γκρίζο ,πετάει από θάμνο σε θάμνο και λαλεί πρώτος το πρωί. ( καμία σχέση με τον γνωστό τρυποκάρυδο)
    Τσαβάτα (η): Χοντροπάπουτσο (Ital. Ciabatta).
    Τσαβάτες (οι): Παντόφλες.
    Τσαγιέτα (η): Υποδοχή πάνω στην οποία κλείνει η σπανιολέτα του παραθύρου.
    Τσαγκούλι (το) Δοχείο νυκτός.
    Τσαγκούλι (το): Ουροδοχείο.
    Τσάκνο (το): Ξυραφάκι .
    Τσακούλι (το): Δοχείο νυκτός.
    Τσακουράφα (η): Καρφοβελόνα.
    Τσαλαπουρδάω : Τσιλιμπουρδίζω.
    Τσαμπέλα (η): Ξερά σύκα περασμένα σε ένα χορταρένιο σχοινί
    Τσαντίλα (η): Το πανί που σουρώνανε το τυρί.
    Τσαντίλι (το): Λεπτό ύφασμα για το σούρωμα του τυριού.
    Τσάντος (ο): Αλέξανδρος Χαϊδευτικό.
    Τσαντσαμίνι (το): Γιασεμί (Ital. Gelsomino).
    Τσαπαδόρος (ο): Εργάτης γής (Ital. Zappatore =Σκαφτιάς).
    Τσάπια (η): Σχέδια.
    Τσαπόνι (το): Μεγάλο τσαπί γεωργού (Ital. Zappone).
    Τσαποστέλιαρο (το): Το στυλιάρι του τσαπιού.
    Τσαπουρίδια (τα): Μικρά σταφύλια.
    Τσαρδί (το): Κηπάριο (Ital. Giardino).
    Τσάρκα παράκα : Περίπου σαν κιαυτό (Ital. Circa Pari = Περίπου όμοιο).
    Τσαρκαδεύω : Ανασκαλίζω.
    Τσαρμπέλο (το): Δικό σου.
    Τσαρουχιά (η): Αγριολάχανο.
    Τσάτσα (η): Θεία .
    Τσάτσαρο (το): Χτένα.
    Τσατσίκι (το): Αγριολάχανο.
    Τσαφαράνα (η): Το φυτό Κρόκος .
    Τσαφατίνος (ο): Αδέξιος τεχνίτης.
    Τσάχαλο (το): Σκουπίδι.
    Τσεδέρω : Παραχωρώ – Εκχωρώ (Ital. Cedere).
    Τσεδούλα (η): Σημείωμα.;
    Τσεκίνι (το): Ενέτικο χρυσό νόμισμα αξίας 22 Ενέτικων Lire κατά τα τελευταία χρόνια την Ενέτικης Δημοκρατίας.
    Τσεκλιά (η): Δρασκελιά.
    Τσεκλιά (τα): Πόδια.
    Τσέλεβος (ο): ¶σχημη μυρωδιά.
    Τσελέστε (το): Γαλάζιο (Ital. Celeste).
    Τσελουδιά (η): Γυναικωνίτης εκκλησιάς (Ital. Gelosia = Γρίλια- περσίδα).
    Τσέντο Νιέντο(στο): Στο μεταίχμιο (Ital. Cento Niente = Εκατόν τίποτα).
    Τσεντούρι (το): Ζώνη . (Ital. Cintura ).Επίσης στα χωριά του Γύρου έτσι έλεγαν και το παλιόρουχο.
    Τσεντούρι (το): Παλιόρουχο.
    Τσεντούρια (τα) Κουρέλια.
    Τσέουλο (το): Βάση επίπλου.
    Τσεπιόμπο : Ωραίο.
    Τσεράδα (η): Το αδιάβροχο (Ital. Cera : Μεταφ. Ο λεπτός , ο ντελικάτος).
    Τσερασπανιά (η): Βουλοκέρι για σφραγίδες (Ital. Cera – Espania =Ισπανικό κερί ).
    Τσερβέλο (το): Μυαλό (Ital. Cervello).
    Τσερβέλο (το): Μυαλό (Ital. Cervelo).
    Τσεργούλι (το): Κουρέλι.
    Τσεργούλια (τα): Παλιόπανα.
    Τσερίνι (το): Κεράκι , φυτίλι καντηλιού (Ital. Cerino).
    Τσέρκι (το): Σιδερένιος κρίκος για στερέωση ( Ital. Cerchio).
    Τσερμπάλι (το): Μάλλινο σεντόνι.
    Τσερμπάλι (το): Μεγάλος μπόγος .
    Τσεροπούλι (το): Ένα μικρό πουλάκι.
    Τσέρος (ο): Ωχρός (Ital. Cero =Κερί).
    Τσέρουλα (η): Είδος ψαριού ;;;;.
    Τσερούνι (το): Το χερούλι του κουπιού.
    Τσέρτο : Βεβαίως (Ital. Certo).
    Τσέρτσολο (το): Κατακάθι – Απόβλητο (ως βρισιά ).
    Τσέτα (η): Συμμορία ( η λέξη μάλλον ήρθε στην Κέρκυρα από τους στρατιώτες που πολέμησαν στην μικρασιατική εκστρατεία η από τους προσφυγες της μικρασιατικής καταστροφής . Τσέτες ονομάζονταν οι ομάδες των ατάκτων τούρκων και έγιναν γνωστοί για τις αγριότητές τους.
    Τσετάρω : Δωρίζω (Ital. Lecchettare=Δωροδοκώ).
    Τσέτο (το): Δώρο (Ital. Lecchetto=Δωροδόκημα).
    Τσέτο (το): Δώρο, προσφορά (Ital. Getto = αποζημίωση).
    Τσέφο (το): Υπεροπτικό ύφος;;;;
    Τσέφυλια (τα): Φλούδια.
    Τσίβιλι (το) : Γραφειοκρατία , άνθρωπος της εξουσίας (Ital. Civile=αστός).
    Τσιγαριόλι (το): Αγριόχορτα τσιγαρισμένα , πικάντικα και βρασμένα με ντομάτα.
    Τσιγκρί (το): Πειραχτήρι.
    Τσιγκρίζω : Πειράζω, ενοχλώ.
    Τσίγκρωσα : Πάγωσαν τα δάκτυλά μου από το κρύο.
    Τσιγλί (το): Το πειραχτήρι
    Τσικαντάς η Ροϊ (ο): Δοχείο λαδιού.
    Τσικαντί (το): Ντυμένος στην εντέλεια ( Chic = Κομψότης).
    Τσίκι (στο): Ακριβώς (Chik βλ. τσικαντί).
    Τσιλιμπούρδισμα (το): Ερωτική αταξία.
    Τσιλιχούρδι (το): Σούπα με εντόσθια και ποδαράκια αρνιού .
    Τσίμα Πίλα . ¨Ακρη-άκρη. (Ιταλ. Cima- Ακρη Και pila δοχείο η στήλη (προφανώς η έκφραση αυτή αφορά το οριακό γέμισμα του δοχείου ).
    Τσίμα (η): ¶κρη, χείλος, κορυφή (Ital. Cima).
    Τσιμάρω : Κλαδεύω τις κορυφές των δένδρων η τις άκρες των μαλλιών.
    Τσιμπίμπο (το): Η σταφίδα σουλτανίνα (Ital. Zibibbo).
    Τσιμπούνι (το): Κοντομάνικο γιλέκο της παραδοσιακής γυναικείας στολής.
    Τσιμπράγκαλα (τα): Οικοσκευή ,τα πράγματα μου.
    Τσινάει : Κλωτσάει.
    Τσινάρι (το) Τσούφα από καπνόφυλλα.
    Τσίνκλα (η): Λουρί γαιδάρου.
    Τσιντιλόμα (η): Λεπτεπίλεπτη, ψηλομύτα (Ital.Genti donna).
    Τσιντίλω (η): Η πολύ λεπτή γυναίκα .
    Τσιντίμετρο (το): Σταγονόμετρο (Ital. Centimetri).
    Τσιντό (το) Μικρό η κοντό ???
    Τσίντο (το): Ζωνάρι μέσης (Ital. Cinto).
    Τσίντσαλο η Βίσαλο (το): Κομματάκι σπασμενου πιάτου η κεραμικού.
    Τσιούκουσου : Ενεφανίσθη.
    Τσιπούνι (το): Γυναικείο ένδυμα γύρω από τη μέση που δένοταν με κορδόνια.
    Τσιριτζάντζουλες (οι): Περιπλεγμένα και ανούσια λόγια.
    Τσίρκα : Περίπου (Ital. Circa).
    Τσίρκολο (το): Συμμορία , ομάδα, καραβάνι (Ital. Circolo = Κύκλος).
    Τσιρλιό (το): Ευκοιλιότητα.
    Τσιστέρνα (η): Στέρνα , δεξαμενή νερού (Ital. Cisterna).
    Τσίτα : Φουσκωμένος.
    Τσιταντέλα (η): Ακρόπολη (Ital. Cittadella).
    Τσίτισα : Τρύπησα κάτι με αιχμηρό μαχαίρι.
    Τσιτισιά (η): Τσίμπιμα , καρφωμα , μαχαιριά.
    Τσίτο : Μάλωμα γάτας (Ital. Zitto = Σιωπή!!).
    Τσιτσιμπύρα (η): Ένα τοπικό αναψυκτικό που ήλθε στην Κέρκυρα επί Αγγλοκρατίας και έχει ως βάση την ρίζα του φυτού Τζίντζερ.
    Τσίτσιρας (ο): Το τζιτζίκι.
    Τσιφίζει : Δροσίζει.
    Τσόγκα (η): Πλοίο με ψαθωτά πανιά.
    Τσόκολο (το) Το κοτσάνι του καλαμποκιού.
    Τσόκολο (το): Τελευταίος , Ουραγός.
    Τσόκολο (το): Σοβατεπί (Ven. Zòkolo).
    Τσόκος (ο): Ξύλινη η πήλινη βάση κατασκευής η ξύλινος τάκος (Ven.zòko).
    Τσόλι (το): Σακί ελαιοτριβείου.
    Τσολόχι (το) Κουρέλι, παλιόρουχο.
    Τσόμπρα (η): Σιδερένιος λοστός για το άνοιγμα τρύπας στο χώμα.
    Τσόντα (η): Προσθήκη (Ven. Zonta).
    Τσόρτσο μι τσόρτσο : Παιδικό παιχνίδι με τα παπούτσια (Ital. Zoccoio = Ξυλοπάπουτσο).
    Τσούκα (η) : Παρατυπία,Ζημιά,γκάφα.
    Τσουκαλομούτρα (η): Πολύ μελαχρινή- υποτιμητικά.
    Τσουκανάω : Χτυπάω.
    Τσουκαρίνι (το): Ποικιλία μικρόσωμου πολύ γλυκού και ζουμερού αχλαδιού (Ital. Zucchero = Ζάχαρη).
    Τσούκαρο (το): Ζάχαρη (Ital. Zucchero).
    Τσουκνί (το ): Μάλλινο ύφασμα.
    Τσούκνινο (το): Μάλλινο.
    Τσούκος (ο): Βλάκας , ηλίθιος (Ital. Giucco).
    Τσουλάυτης (ο): Αυτός που έχει πεταχτά αυτιά.
    Τσουλοκώλι (το): Με προτεταμένα τα οπίσθια.
    Τσουλομύτης (ο): Περήφανος με ανασηκωμένη τη μύτη.
    Τσουλουκάνια (η): Γερακοειδές που πετάει ψηλά και λένε ότι όταν κράζει έρχεται κακοκαιρία
    Τσουλωμένος (ο): Έτοιμος για καυγά.
    Τσουλώνω : Θυμώνω , πεισματώνω.
    Τσουμπλέκια (τα): Πράγματα.
    Τσουντί (το): Προεξοχή.
    Τσούπι (το): Οι δύο πλευρές του σπιτιού που σχηματίζουν το αέτωμα.
    Τσουράπια (τα): Σχισμένα παλιόρουχα.
    Τσουράπια (τα): Χονδρές κάλτσες.
    Τσουράπω (η): Η ανυπόληπτη γυναίκα.
    Τσουρδί (το): Η προκλητική γυναίκα.
    Τσούτσα (η): Πιπίλα (Ital. Succhia).
    Τσουτσούδι (το): Λεπτό κλαρί – ξυλαράκι.
    Τσουτσούδια (τα): Ξυλαράκια για προσάναμα.
    Τσουτσουμίδα (η): Μαντήλι κεφαλιού που φορούσαν οι αρραβωνιασμένες στολισμένο με λουλούδια.
    Τσουτσούρι (το): Καταμεσήμερο.
    Τσώπα : Σώπα.
    Τσωφέλειας : Χρήσιμο , Αξίας.





    Υ
    Υπέργα (τα): Σύνορα.
    Υπούντο : Ακριβώς (Ital. In Punto).
    Υψώματα (τα): Μετα από γιορτή στο σπίτι του εορτάζοντα ο παπάς υψώνει το «ύψωμο» (σπερνά ) και κάνει τη σχετική ευχή.
    Υψώματα (τα): Επισκέψεις








    Φ.
    Φαβορεβόλε : Ευνοϊκό (Ital. Favorevole).
    Φάλα (η): Σχισμή, πληγή, κόψιμο (Ital. Falla).
    Φαλάρω : Πλανώμαι (Ital. Fallare).
    Φαλίδος (ο): Χρεοκοπημένος (Ital. Fallito).
    Φαλιμέντο (το): Χρεοκοπία (Ital. Fallimento).
    Φάλος (περ) : Κατά λάθος (Ital. Per Fallo).
    Φάλτσα (η): Δρεπάνι (Ital. Falce).
    Φαλτσαρχόντζα (η) Ψευτοαρχόντισσα.
    Φάλτσος (ο): Ψεύτικος, πλαστος (Ital. Falso).
    Φαλτσοτίνη (η): Ψεύτικο στολίδι.
    Φαλωτό (το): Οτιδήποτε με χονδρό κοτσάνι (σαν φαλλός) .
    Φαμόζος (ο): Διάσημος.(Ital. Famoso).
    Φάμπρικα (η): Έχω μαστορέματα στο σπίτι(Ital. Fabbrica=Οικοδομικές Εργασίες).
    Φαμπρικάρω : Χτίζω . (Ital. Fabbricare ).
    Φανέστρα (η): Παράθυρο (Ital. Finestra).
    Φαντζέτα (η): Ταινία με περίτεχνα σχέδια.
    Φάνφα (η): Επίδειξη (Ital. Fanfara = Σάλπισμα).
    Φαουλάρικα (τα): Φαγώσιμα .
    Φάουσα (η): Γάγγραινα.
    Φαραώνα (η): Φραγκόκοτα (Ital. Faraona).
    Φάρι Τσίβιλι (το): Ο πολιτικός κόσμος και η ανώτερη δημοσιουπαλληλία. (Ιταλ. Fare Civile)..
    Φαρμακούλι (το): Ένα βότανο.
    Φαρμανάω : Παίζω .
    Φαρμάνια (τα): Παιχνιδίσματα.
    Φαρομανάω η Φαρμανάω : Παίζω η μαλακίζομαι .
    Φάσα (η): Λωρίδα υφάσματος (Ital. Fascia).
    Φάσα (η): Διακοσμητική ταινία κατασκευής (Ital. Fascia).
    Φασίνες (οι): Προσανάματα.
    Φασκιές (η): Λωρίδες υφάσματος με τις οποίες τύλιγαν σφιχτά τα νεογέννητα για να ισιώσουν τα κόκαλα τους (βλ. Φάσα ).
    Φαστίδιο (το): Δύσπνοια (Ital. Fastidio =Σκοτούρα, ναυτία, αηδία).
    Φατέρνα (η): Υπόκοσμος.
    Φατούρα (η): Εργασία με πληρωμή στο τέλος του έργου (Ital. Fattura = κατασκευή).
    Φατσάδα (η): Η πρόσοψη (Ital. Facciata).
    Φατσάδα (η): Πρόσοψη (Ital. Facciata).
    Φατσιέτο (το): Μορφασμός , Κάμωμα (Ital. Facceta).
    Φάωμα : Το σίδερο του χαλιναριού που Έμπαινε στο στόμα του αλόγου
    Φέδε κομέσο (το): Απολαβή τόκου από κεφάλαιο (Ital. Fede commesso = Πίστη - υπάλληλος ).
    Φελάει (δεν): Δεν είναι αξίας , Δεν αξίζει σαν ¶νθρωπος.
    Φελάει (δεν): Ωφελεί, αξίζει, δεν είναι ωραίο.
    Φέλεθρο (το): Έγγραφη πράξη (Παληκαριάτικο).
    Φελί (το): Κομμάτι.
    Φελούκα (η): Τρομερή.
    Φελούκα (η): Είδος βάρκας (Ital. Feluca).
    Φελτζάδα (η): Είδος μάλλινης κουβέρτας (Ital. Felzata).
    Φελτζάρω : Καταχωρώ;;;;
    Φέμινο (το): Θηλυκό (Ital. Femino).
    Φέρμα (η): Σύλληψη , Κλείσιμο (Ital. Fermare και Μπούκα φέρμα Τραγουδώντας με κλειστό στόμα την μελωδία (Bocca Ferma).
    Φερμάρω : Υπογράφω , Οριστικοποιώ (Ital. Firmare).
    Φέρμο (το): Σταθερό-Ντούρο-Ακίνητο. (Ιταλ. Fermo ).
    Φέρσες (οι): Κομμάτια.
    Φερτζάδα (η): Χονδρή μαλλινη κουβέρτα (Ital. Felzata).
    Φεστάρω η Ριφεστάρω : Ασκώ βία , Εκτοξεύω κάτι (Ital. Riffa – Riffestare).
    Φέστες (οι): Γιορτές (Ital. Festa).
    Φεστίνι (το): Γιορτούλα , χοροεσπερίδα (Ital. Festa).
    Φιάκα (η): Κόπωση (Ital. Fiacca).
    Φιάκα : Οπίσθια;;;;;
    Φιάνκο (το): Πλευρό (Ital. Fianco).
    Φιάο (το): Ανάσα (Ital. Fiato).
    Φιάσκο;; (το): Πλάι (Ital. Fianco).
    Φιάω : Φρέσκο αεράκι;;;
    Φιδόντεμα (το): Το δέρμα του φιδιού όταν το αλλάζει.
    Φιέρα (η): Εμποροπανήγυρις (Ital. Fiera).
    Φιέρες (οι): Διακοπές (Ital. Fiera = Πανυγύρι ).
    Φικαρόνι (το): Δακτυλίδι με πέτρα (Ital. Ficcare = Μπήγω).
    Φιλάνια (η): Κεντρικό δοκάρι στο οποίο ακουμπούν τα εγκάρσια στη σειρά (Ital. Fila =Σειρά).
    Φιλέτα (η): Ανδρικό χτένισμα (Ital. Filetto = Ροή ).
    Φιλιστόκα (η): Έγγραφο μεγάλου μεγέθους – πιθανώς για τοιχοκόλληση.
    Φιλιτσέτα (η): Ράβω γρήγορα και πρόχειρα (Ital. Filo = Κλωστή).
    Φίλτρο (το): Συνδεδεμένα στη σειρά;;;
    Φίλτσιο η Φίλτσα (το): Έγγραφα συναφή για κάποιο θέμα –σαν φάκελος –που φυλάγονταν στα αρχεία της Βενετίας.
    Φινίδος (ο): Τελειωμένος (Ital. Finito).
    Φινίρω : Ολοκληρώνω (Ital. Finire).
    Φινίρω : Τελειώνω (Ital. Finire).
    Φίνος (ο): Λεπτός Τέλειος (Ital. Fino).
    Φίντα (η): Ξύλινη κινητή προσθήκη πόρτας η παραθύρου κυρίως σε ισόγεια (Ital. Finta =Ψεύτικη).
    Φιντζερίνι (το): Πολύ μικρό γκρι πουλάκι
    Φιντινέλι (το): Λεπτό ύφασμα.
    Φίντο (το): Κέντημα (Ital. Finto = ψεύτικο).
    Φιοράδος (ο): Λουλουδάτος (Ital. Fiore).
    Φιορεντέινος (ο): Φλωρεντίνος (Ital. Fiorentino).
    Φιορέντζα (η): Λεπτό μεταξωτό ύφασμα.(Ital. Fiorenza).
    Φιορεντίνα (η): Λάμπα πετρελαίου – λαδιού (Ital. Fiorentina).
    Φιόρι (το): Λουλούδι (Ital. Fiore).
    Φιόρι (το): Διακοσμητικό σκαλιστό σε ξύλινες κατασκευές (Ital. Fiore).
    Φιόρια (τα ): Λουλούδια.
    Φιρφιρίκι (το): Λεπτό ύφασμα.
    Φισούνι (το): Δυνατός αέρας.
    Φίτα λαμπάντα : Έκφραση που σημαίνει : « Τελείωσαν όλα». Μάλλον Προέρχεται από το Finito Lampanta = Τελείωσε το καντήλι.
    Φίτσιο (το): Θέση στην ιεραρχία (Ital. Ufficio).
    Φλάμπουρο (το): Μεγάλο λάβαρο της εκκλησίας.
    Φλάουνα (η): Ζυμωτό πλακέ ψωμί –σαν Λαγάνα- που έφτιαχναν την Καθαρή Δευτέρα στην Λευκίμμη.
    Φλάουνα (η): Αλευρόπιτα (Αγγλ. Flayr).
    Φλάρης (ο): Καθολικός παπάς;;;
    Φλάσκα (η): Κολοκύθα άδεια που χρησίμευε για δοχείο.
    Φλέρονας (ο): Κίτρινο πουλί του καλοκαιριού που τρώει σύκα.
    Φλεσκούνι (το): ¶γριο φυτό-βότανο.
    Φλεστρί (το): ¶χυρο .
    Φλέστρο (το): ¶χυρο κούφιο σαν καλαμάκι-το χρησιμοποιούσαν και σαν τι
    Φλέτζα (η): Φλούδα (Ital. Flangia). Ίσως και η φλάντζα της μηχανής;;;;
    Φλιάσμα (το): Κλωνάρι για μπόλιασμα δένδρου.Κεντρωμάδες (οι): Μπολιασμένες άγριες ελιές.
    Φλιάσμα (το): Κλαδί για Μπόλιασμα δένδρου.
    Φλίκουνο η Φλίκουρο (το): Φλούδι από καλαμπόκι . Μεταφ. Κάτι πολύ ελαφρύ.
    Φλιμένο (το): Το κακόμοιρο.
    Φλοέτα (η) : Βιολέτα.
    Φλορέντζα (η): Γρίπη (Ital. Influenza).
    Φλουσκουνόρακι (η): Το λικέρ Μέντας.
    Φλούτακας (ο): Φουσκάλα δέρματος .
    Φλωρέντζα (η): Γρίπη.(Ιταλ. Influenza).
    Φογάτσα (η): Είδος τσουρεκιού (Ital. Focaccia =Είδος πίτας – μπουγάτσας).
    Φογάτσα (η): Είδος τσουρεκιού (Ital. Focaccia = Είδος μπουγάτσας).
    Φογιέτα (η): Λωρίδες ξύλου γύρω από τους ταμπλάδες της πόρτας (Ven. Fogièta=Μικρό φύλο).
    Φοδράδο (το): Ξύλο εσωτερικά επενδυμένο με καπλαμά (Ven. Fodrà).
    Φόκο (το): Φωτιά (Ital. Fuoco).
    Φόκο σαν αντώνιο (το): Έρπις ζωστήρας ( Ital. Fuoco di San Antonio = Σαν τη φωτιά που έκαψε τον ¶γιο Αντώνιο).
    Φόλκα (τα): Τα εσωτερικά πλαινά του καικιού.
    Φονταμέντο (το): Βάση , Θεμέλιο (Ital. Fontamento).
    Φόντε (το): Το έδαφος ;;;
    Φόρα Κολόμπα (ταπήρε): Τα πήρε παραμάζωμα.
    Φορναμέντο (το): Αξεσουάρ (Ital. Fornimento = Εξοπλισμός).
    Φόρσε : Ίσως (Ital. Forse).
    Φόρσι : Μήπως ( και γίνει κάτι ). (Ιtal. Forse).
    Φόρτικας (ο): Γάϊδαρος.
    Φορτικό (το): Γαιδούρι.
    Φόρτσα (η): Δύναμη .(Ital. Forza).
    Φόρτσα δυνατούρα : Πάσει Δυνάμει.
    Φορτσάτος (ο): Βιαστικός και αποφασισμένος έρχεται.
    Φορτύκι (το): Γάιδαρος.
    Φόρτωμα (το): Γαίδαρος.
    Φόσα (η): Τάφρος (Ital. Fossa).
    Φουγάρος (ο): Καμινάδα.
    Φουγιάζω : Φωνάζω.
    Φούγιες (οι): Εξάψεις .
    Φουγίνα (η): Γείσο επίπλου.
    Φούγος (ο): Καπνοδόχος (Ven. Fogo=Φωτιά).
    Φουλτάγια (η): Ομελέτα
    Φουλτακίδα η φλουτακίδα (η):Φουσκάλα.
    Φουμάδα (η): Έξαψη (Ital. Fumata = κάπνισμα).
    Φουμάδες (οι): Εξάψεις
    Φουμάρω : Καπνίζω (Ital. Fumare).
    Φουμέντο (το): Θεραπεία με εισπνοή ατμών.
    Φούμο (το): Καπνός (Ital. Fumo).
    Φούμπια (η): 1. Μεταλλική υποδοχή στήριξης των παντζουριών σαν θηλιά που στερεώνονταν στις λίθινες παραστάδες με λειωμένο μολύβι πριν βέβαια τοποθετηθούν οι πλαινές πέτρες . 2. Αγκράφα ζώνης παντελονιού.(Ven. Fiuba).
    Φουνταδόρος (ο): Ξύλινο υποστύλωμα (Ven. Fondaòr).
    Φουντάκι (το): Κατακάθι του καφέ (Ital. Fondo = βυθός).
    Φούντι (το): Πυθμένας ( βλ. άνω ).
    Φουντροκόντι (το): Μεγάλο ξύλο .
    Φούντωμα (το): Υπόβαθρο σκεπής (Ital. Fondo =υπόβαθρο).
    Φουρέντες (ο): Παθιασμένος (Ital. Furente = μαινόμενος).
    Φούρια (η): Γρήγορα (Ital. Furia = Ορμή ,Οργή , Φρενίτιδα).
    Φουριόζος (ο): Βιαστικός .
    Φούρκα (η): Κρεμάλα .
    Φουρκάτα (η): Διχάλα (Ital. Forca).
    Φουρκατέλα (η): Φουρκέτα για τα μαλιά.(Ital. Forcattella).
    Φουρκί (το): Διχάλα.
    Φουρλαμέντο (το): Εργαλείο σαγματοποιού .
    Φουρλοροκετίδι (το): Στριφογύρισμα ροκέτου στο χορό (Ital. Frullio =στριφογύρισμα).
    Φουρμαλιτά(η): Ύπνος.;;
    Φούρνελας (ο): Αγριολάχανο.
    Φουρνέλο (το): Φούρνος Ital. Fornello).
    Φουρνίδος (ο): Πλήρης (Ital. Fornito =προμηθευτής).
    Φουρνόκολη (η): Περιπαιχτικά ή χονδρή.
    Φουρνοκόντη (το): Εργαλείο του φούρνου
    Φουρνοκόντι (το): Κοντάρι με πανί στην άκρη για το καθάρισμα του φούρνου.
    Φουρούσι (το): . Λίθινη η μεταλλική η ξύλινη προεξοχή σε τοίχο που υποστήριζε κάτι άλλο .
    Φουρτουνάτος (ο): Τυχερός (Ital. Fortuna).
    Φούρφουρα : Προσανάματα.
    Φούρφουρο (το): Ελαφρύ.
    Φουσάτο (το): Στράτευμα (Latin. Fossatum = Στρατόπεδο).
    Φούστουλα (η): Φουσκάλα.
    Φραγκιάτο (το): Πέτρινο Οχύρωμα .
    Φραζέτες (οι): Δαντέλες , Κρόσια.(βλ. Φραντζέτα).
    Φρακατσάνας (ο): Μία ράτσα σύκου.
    Φρακατσάνος (ο): Ράτσα σύκου.
    Φρανκάρομαι : Εκπλήσσομαι (Ital. Francare= απολύωμαι, απαλλάσωμαι).
    Φραντζέτα (η): Τα μαλλιά που πέφτουν στο μέτωπο (Ital. Frangia).
    Φρεγκιάτα (η): Σκέπαστρο
    Φρεγκιάτα (η): Σκέπαστρο.
    Φρεζάρω : Στρώνω.
    Φρεζάρω : Κόβω .
    Φρέζο (το): Ουλή.(Ital. Fresa).;;;
    Φρεζόνια (τα): Εξαρτήματα σαμάρας για την μεταφορά χόρτου.
    Φρεσκαμέντο (το): Δροσιστικό , Αναψυκτικό.(Ital. Frescamente).
    Φρεσκέζα (η): Δροσιά (Ital. Frescezza).
    Φρεσκέρα (η) : Ντουλάπι με προστατευτικό δίχτυ για να διατηρηθούν δροσερά τα τρόφιμα
    Φρεσκέρα (η): Μάλλον ο δίσκος σερβιρίσματος.;;
    Φρέσκο (το): Δροσιά. (Ital. Fresco).
    Φριγάδα (η): Φρεγάτα.
    Φρίντζι (το): Κλύσμα ;;;;;
    Φρόκαλα (τα): Σκουπίδια .
    Φροκάλι (το): Σκούπα .
    Φροκαλίζω , Φροκαλώ : Σκουπίζω . ( Κατά μία εκδοχή προέρχεται από το αρχαιοελληνικό Καλλωπίζω- Φιλοκαλώ).
    Φρόλο (το): Σαθρό-μπόσικο.Δεν μπορώ : Είμαι άρρωστος.
    Φρόντε (το): Το κούτελο ( Ιταλ. Fronte).
    Φροντίνι (το): Ο γείσος του πηλικίου (Ital. Fronte).
    Φρουμάρει : Ρουθουνίζει .
    Φρουστάδα (η): Πόρνη (Ital. Frustata = μαστιγωμένη).
    Φρουταλιό (το) : Το μανάβικο.
    Φρουταριόλος (ο): Μανάβης (Ital. Fruttaiolo).
    Φρούτο (το): Εισόδημα ( Ital. Fruttare = Αποδίδω , Αποφέρω – επι κέρδους , τόκου κλπ.).
    Φροχείλι (το): Το στηθαίο του πηγαδιού .
    Φρυάς (το): Το άκρο από όπου βγαίνει με πίεση το νερό και χτυπάει τη φτερωτή του νερόμυλου (Μάλλον προέρχεται από το Αρχαιοελληνικό Φρέαρ).
    Φρυγμένο (το): Ξερό .
    Φταρσιό (το): Φτάρνισμα.
    Φτενός (ο): Λεπτός σε πάχος.
    Φτού και να τσου νάειναι : Ευχή για να φύγει το κακό.
    Φυλλολόη (το): Κίτρινο μικρό πουλί που πηγαίνει στις καρυδιές.
    Φυλλοφάνεστρο (το): Παντζούρι.
    Φυτήλι (στο): Ακαριαία.
    Φυτήλια (τα): Κομμάτια.
    Φώλι , ¶ποφώλι , Αυγοφόλι : Πέτρα σε σχήμα αυγού που έβαζαν στη φωλιά της κότας για να την ξεγελάσουν και να γεννήσει εκεί .
    Φωτερά (τα): Φώτα.
    Φωτερό (το): Φανάρι.
    Φώτουλο (το): Ασφόδελος.






    Χ
    Χαβαλές (μούγινε) : Μου έγινε βάρος .
    Χαβάνι (το): Ψιλοκομμένος καπνός.
    Χαβρικό (το): Σιδηρουργείο.
    Χάβρος (ο): Σιδηρουργός.(Ital. Fabbro);;
    Χαβώθηκα : Λαγοκοιμήθηκα.
    Χαζίρι (το): Τα έχεις όλα έτοιμα.
    Χαιδόκωλος (ο): Είδος σύκου .
    Χαιδονιά (η): Χαιδεμένη.
    Χάϊντε : Πήγαινε.
    Χαλατζής (ο): Γανωματής (Καλατζής).
    Χαλεύω : Ψάχνω- ζητάω.
    Χαλεύω Ψάχνω.
    Χαλεύω : Ψάχνω.
    Χαλιβάνι (το): Κόπάδι πουλιών.
    Χαλικοτσούκι (το): Χάλκινο μικρό καζάνι
    Χαλικοτσούκια (τα): Τα χάλκινα σκεύη της κουζίνας.
    Χαμοκίχλι (το): Ράτσα μικρόσωμης τσίχλας.(βλ. Κίχλα).
    Χαμόκουτος (ο): Αγαθιάρης – Καλοκάγαθος.
    Χάμουρας (ο): Τυφλοπόντικας.
    Χαμπαρίμ τσουνίμ:Δεν καταλαβαίνω –Δεν δίνω σημασία.;
    Χαμπλά : Χαμηλά.
    Χαμπλοφτεριασμένη (η): Καταβεβλημένη.
    Χαμώι (το): Ισόγειο.
    Χαντάκομα (το): Χαλασιά.
    Χαντακωμός (ο): Κατεστραμμένος .
    Χαντακώνω : Καταστρέφω .
    Χαραμαντάνα (η): Μεγαλόσωμη και κακοσουλούπωτη Γυναίκα.
    Χαραμέρι (το): Χαράματα.
    Χαραμήδες (οι): Ληστές.
    Χαραμός (ο): Βαθειά τρύπα στο βουνό.
    Χαραμπόρι (το): Διάπλατα ανοιχτό.
    Χαρές (οι): Οι γάμοι και γενικά τα ευχαριστα γεγονότα μιας οικογένειας.
    Χάρμουρας (ο): Τυφλοπόντικας.
    Χαροκόπος (ο): Γλεντζές.
    Χαρτουλίνα (η): Χαρτοσακούλα.
    Χαρχαλιάζω : Δοκιμάζω.
    Χασκούρα (η): Χασμουρητό.
    Χαχόλος (ο): Κακοπροαίρετος – Φασαριόζος.
    Χειλιδρόνα (η): Εξάρτημα του νερόμυλου-Σανίδα σε ρόλο δονητή.
    Χειμωνικό (το): Καρπούζι.
    Χειρόκτια (τα) : Γάντια..
    Χελόνια (η): Αρρώστια του λαιμού.
    Χελώνα (η): Διακοσμητική καρφίτσα
    Χερικό (το): Σεφτές.
    Χερκωλιά (η): Χαστούκι στα πισινά.
    Χεροστόμι (το): ¶νοιγμα δεξαμενής η πηγαδιού.
    Χηρολάμπα (η) : Μεγάλη αράχνη.
    Χιλινδρονιά (η): Αγράμπελη (άγριο αναριχητικό φυτό).
    Χιμονικό (το): Καρπούζι.
    Χίστος (ο):
    Χλαλοή (η): Θόρυβος από ομιλίες.
    Χλόμπαρης (ο): Ζαβολιάρης.
    Χλούμπα : Το λυκόφως η το λυκαυγές.
    Χοιροσφαές (οι): Η χρονική περίοδος γύρω από τις αποκριές.
    Χολεύομαι : Θυμώνω.
    Χολεύτικα : νευρίασα.
    Χονδρομούσελο (το): Είδος χονδρού υφάσματος.
    Χουγιάζω : Φωνάζω.
    Χουγιάζω : Φωνάζω.
    Χουχουλίζομαι : Προσπαθώ να ζεσταθώ με το χνώτο μου.
    Χουχουλιός η χοχλιός (ο): ¨ένα όστρακο (αρχ. Κοχλίας).
    Χοχλιοί(οι): Σαλιγκάρια. ( χοχλιούς Μπουρμπουριστούς) ¨ένα τρόπος Μαγειρέματος των σαλιγκαριών στο τηγάνι. Η λέξη πρέπει να προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξη Κοχλίας.
    Χρειά (η): Ανάγκη.
    Χρυσοκίμερο (το): διακοσμητική γυναικεία ζώνη.
    Χρωστημιό (το): Οφειλή.
    Χτενίτας (ο): Είδος μανιταριού.
    Χτικιό (το): Φυματίωση και μτφ. μεγάλη στεναχώρια-ταλαιπωρία. « έβγαλα το χτικιό».
    Χτικίτας (ο): Φυματικός.
    Χτιστοσύνη (η): Το επάγγελμα του χτίστη.
    Χύλιντρος (ο): Χονδρό φίδι σφικτύρας (Δενδρογαλιά).
    Χωλεμένος (ο): Θυμωμένος.
    Χωριατσέλι (το): Το «χωριατάκι» επιτιμητικά.
    Χώσα (η): Απάνεμο μέρος.





    Ψ
    Ψαρολόγος (ο): Πλανόδιος πωλητής ψαριών.
    Ψαροχέστρα όστρια (η): Νοτιάς (ονομάζεται έτσι επειδή δεν τσιμπάνε τότε τα ψάρια).
    Ψηφί : Τάχει όλα στην εντέλεια.
    Ψίδια (τα): Τα επάνω δερμάτινα μέρη του παπουτσιού πριν αυτά συναρμολογηθούν
    Ψιλοτσάπι (το): Ίσια τσάπα πλατιά για το κόψιμο των χόρτων.
    Ψίλωμα (το): Κλάδεμα των κορφών των δένδρων.
    Ψίχες (οι): Κομμάτια.
    Ψυλήθρα (η): Ερύθρά (Αρρώστια).
    Ψύχρα (η): Συνάχι-κρύωμα.
    Ψωμαπάτικο : Ο αγνώμων.






    Ω
    Ωγνίστρα (η): Η εστία του τζακιού.
    Ώδε : Εδώ ( απΆώδε = από εδώ).
    Ωρούμασε : Ωρίμασε.
    Ωστάρκας : Μέχρι τώρα , Ακόμη και ως τώρα.

    Παράθεση Αρχικό μήνυμα απο plutomaniac Εμφάνιση μηνυμάτων

    δεν θα βάλεις και τα άλλα που μένουν;;; Μόνο μέχρι το Ζ έχει;;; Θα έχει πλάκα να τα έχω αυτά(θα τα δείξω σε φίλο μου που είναι από εκεί!!!). Βασικά πάνε για εκτύπωση - μπράβο ωραίο thread -έχει πλάκα!!!
    Τα έβαλα όλα.
    Τελευταία επεξεργασία από το χρήστη aslan : 06-04-09 στις 11:24 Αιτία: Συγχωνεύτηκε αυτόματα απο το BlogΘέα






    «Ωόν τίλλεις»





    ΠΑΤΑΤΕ ΚΑΙ ΚΑΝΕΝΑ Thanks -------> ------->------->

  4. Οι παρακάτω 3 χρήστες λένε ευχαριστώ στον/ην aslan για αυτό το χρήσιμο Post.

    angelina_jolie (07-04-09),mixalakis (08-04-09),plutomaniac (06-04-09)

  5. #14
    PLATINUM Member
    Status: Remember...
     
    Το avatar του χρήστη plutomaniac
    Εγγραφή
    22-08-2008
    Μηνύματα
    2.847
    Blogthea Money
    63.341
    Ευχαριστώ
    2.582
    Ευχαριστήθηκε 5.500 Φορές σε 1.688 Posts

    Προεπιλογή Απάντηση: Η Γλώσσα των Κερκυραίων

    Παράθεση Αρχικό μήνυμα απο aslan Εμφάνιση μηνυμάτων
    Τα έβαλα όλα.
    Μπράβο φίλε μου...πολύ ωραία...πάνε και αυτά για εκτύπωση, αυτή η γλώσσα έχει πλάκα, πολύ χαρακτηριστικό Κερκυραικό είναι το ΤΣΟΠΑ-ΤΣΟΠΑ ΤΩΡΑ που είναι το Σώπα-Σώπα τώρα(κάνε σιωπή)!!!

  6. Οι παρακάτω 2 χρήστες λένε ευχαριστώ στον/ην plutomaniac για αυτό το χρήσιμο Post.

    angelina_jolie (07-04-09),aslan (06-04-09)

  7. #15
    Blogthean
    Δεν έχει οριστεί status
     
    Το avatar του χρήστη angelina_jolie
    Εγγραφή
    12-03-2009
    Περιοχή
    Μαρούσι
    Μηνύματα
    1.033
    Blogthea Money
    7.232
    Ευχαριστώ
    757
    Ευχαριστήθηκε 1.398 Φορές σε 382 Posts

    Προεπιλογή Απάντηση: Η Γλώσσα των Κερκυραίων

    Αχ τι μου θύμισες αμάν και πως έκανα να
    καταλάβω τι μου έλεγε η γυναίκα του θείου μου...
    όταν παντρεύτηκαν...
    Είσαι φοβερός πάντως να σαι καλά με έκανες
    και γέλασα...

  8. Οι παρακάτω 2 χρήστες λένε ευχαριστώ στον/ην angelina_jolie για αυτό το χρήσιμο Post.

    aslan (08-04-09),plutomaniac (07-04-09)

  9. #16
    Blogthean
    Δεν έχει οριστεί status
     
    Το avatar του χρήστη aslan
    Εγγραφή
    10-11-2008
    Περιοχή
    ΚΕΡΚΥΡΑ
    Μηνύματα
    596
    Blogthea Money
    25.918
    Ευχαριστώ
    435
    Ευχαριστήθηκε 1.162 Φορές σε 240 Posts

    Πλατύ Χαμόγελο 2 Απάντηση: Η Γλώσσα των Κερκυραίων

    Παράθεση Αρχικό μήνυμα απο angelina_jolie Εμφάνιση μηνυμάτων
    Αχ τι μου θύμισες αμάν και πως έκανα να
    καταλάβω τι μου έλεγε η γυναίκα του θείου μου...
    όταν παντρεύτηκαν...
    Είσαι φοβερός πάντως να σαι καλά με έκανες
    και γέλασα...
    Να'σε καλά Τζόγια μου (η): Χαρά (Ital. Gioia).






    «Ωόν τίλλεις»





    ΠΑΤΑΤΕ ΚΑΙ ΚΑΝΕΝΑ Thanks -------> ------->------->

  10. Ευχαριστούν τον/ην aslan, οι :

    plutomaniac (08-04-09)

Παρόμοια Θέματα

  1. Γλώσσα...φονιάς!
    By dimichrist1 in forum Παράξενα και περίεργα
    Απαντήσεις: 12
    Τελευταίο Μήνυμα: 31-08-10, 7:10
  2. Μεγάλη Ελληνική Γλώσσα
    By nikolas 131 in forum e books
    Απαντήσεις: 0
    Τελευταίο Μήνυμα: 24-08-10, 17:40
  3. Απαντήσεις: 0
    Τελευταίο Μήνυμα: 31-08-09, 1:33
  4. Απαντήσεις: 0
    Τελευταίο Μήνυμα: 24-02-09, 19:57
  5. Γλώσσα
    By Christos12 in forum Software
    Απαντήσεις: 2
    Τελευταίο Μήνυμα: 10-08-08, 19:50

Visitors found this page by searching for:

κερκυραικες βρισιες

κλαδεμα κληματαριας πεζος καβαλαρης

κλανιολα κερκυρα

περνάρι φυτό

παταρατσα

κερκυραικη γλωσσα

σταφυλι αετονυχι

παραδοσιακη κερκυραικη στολη

βρισιες στα κερκυραικα

κλαδεμα περγουλιας

βαρβαριτσα μολινση δερματος

σκαρφη

αετονυχι αμπελι κρεβατιναλογω μεταγγισης ορτυκαριακερκυραικη στοληαετονυχι σταφυλιpos hsyxazo ap ton neyroponoxoirino doltce garboσκορτσα βρωμια στο δερμασανπιερος τηγανιτοποιο ειναι το σταφυλι ξερίχιπωσ καθαριζουμαι το ποτηρακι τησ μπερετασαδιάβροχος ανεμοφράκτης για πόρτες φόρουμγουνα αστρακαετυμολογια λεξης καρκαλετσι
SEO Blog

Members who have read this thread: 0

There are no members to list at the moment.

Δικαιώματα - Επιλογές

  • You may not post new threads
  • You may not post replies
  • You may not post attachments
  • You may not edit your posts
  •  
  • BB code is σε λειτουργία
  • Τα Smilies είναι σε λειτουργία
  • Ο κώδικας [IMG] είναι σε λειτουργία
  • [VIDEO] code is σε λειτουργία
  • Ο κώδικας HTML είναι εκτός λειτουργίας
  • Trackbacks are σε λειτουργία
  • Pingbacks are σε λειτουργία
  • Refbacks are σε λειτουργία