Ο τρόπος με τον οποίο, ως οργανωμένη κοινωνία, αντιμετωπίζουμε χρόνια προβλήματα, ιδιαίτερα εκείνα που έχουν σχετικά σαφή δομή, εγνωσμένα μοτίβα εξέλιξης και παράγουν προβλέψιμα αποτελέσματα, δείχνει τη στάση μας απέναντι στο χρόνο. Κατά πόσον, δηλαδή, θεωρούμε ότι μπορούμε να επηρεάσουμε το μέλλον σύμφωνα με τις αξίες μας ή, αντίθετα, επικεντρώνουμε ευδαιμονιστικά τις προσπάθειές μας στην καιροσκοπική ικανοποίηση τρεχουσών αναγκών.

Η ελλαδική κοινωνία έχει κάνει τις επιλογές της τα τελευταία τριάντα χρόνια. Επιβραβεύοντας ηγέτες και αντιλήψεις που μεταθέτουν χρόνια προβλήματα στο μέλλον, δείχνει να προτιμά την ανερμάτιστη από τη στρατηγική ικανοποίηση κοινωνικών αναγκών. Είμαστε η χώρα της συστημικής αναβλητικότητας. Οι θεσμοί μας, ιδιαίτερα αυτοί της εκτελεστικής εξουσίας, αδυνατούν να ενεργήσουν στρατηγικά. Αρκούνται στη μικροδιαχείριση της αθλιότητας· ο χρονικός ορίζοντας δράσης τους, στην καλύτερη περίπτωση, συν-εξελίσσεται με τον εκλογικό κύκλο. Το πολιτικό σύστημα στο σύνολό του, μέσα από πρακτικές πολωτικής αντιπαράθεσης και χυδαίου λαϊκισμού, αδυνατίζει την όποια ικανότητα της εκάστοτε κυβέρνησης να σχεδιάζει και να δρα με μακροπρόθεσμα κριτήρια.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ασφαλιστικό. Η διαχρονική εξέλιξη του προβλήματος είναι γνωστή και αποτυπώνεται σε πληθώρα σχετικών μελετών [βλέπε λ. χ. το βιβλίο του Τ. Γιαννίτση, «Το ασφαλιστικό (ως ορφανό της πολιτικής) και μια διέξοδος», εκδ. Πόλις, 2007]. Ξέρουμε τι μας περιμένει. Εκτός από την τεράστια εισφοροδιαφυγή και την κακή οργάνωση του συστήματος, μια σειρά δομικών εξελίξεων, όπως η πληθυσμιακή γήρανση, η αύξηση του προσδόκιμου ζωής και η επιμήκυνση του χρόνου εκπαίδευσης, οδηγούν στη συνεχή μείωση της σχέσης ασφαλισμένων - συνταξιούχων (4:1 το 1970, 2,26:1 το 1995, 1,79:1 το 2005, 1,29 το 2050) και σε διαρκή αύξηση των δημόσιων δαπανών για συντάξεις (ως ποσοστό του ΑΕΠ: 12,6% το 2000, 15,4% το 2020, 23,8% το 2040). Γνωρίζουμε τον κίνδυνο, αλλά, σαν να έχουμε καταληφθεί από συλλογικό λήθαργο, δεν κάνουμε κάτι ρηξικέλευθο να τον αντιμετωπίσουμε. Ξορκίζουμε το μέλλον με ιδεοληπτικές κραυγές. Βλέπουμε το τσουνάμι να έρχεται και κλείνουμε τα παράθυρα!

Πώς παράγεται η συστημική αναβλητικότητα; Οι κυρίαρχες αξίες του πολιτικού μας συστήματος (ψηφοθηρία, καιροσκοπισμός, θεσμική ατροφία, έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς) συγκροτούν ένα διαμορφωτικό της κυβερνητικής πράξης λαϊκιστικό λογοπλαίσιο, το οποίο ακυρώνει τον μακροπρόθεσμο ορθολογικό σχεδιασμό, ακόμη κι εκεί όπου αυτός είναι κατΆ εξοχήν εφικτός (όπως στην περίπτωση του ασφαλιστικού).
Ο πρώην υπουργός Εργασίας Τ. Γιαννίτσης, ένας μεταρρυθμιστής σοσιαλδημοκράτης με καλή γνώση του ασφαλιστικού, του οποίου το σχέδιο μεταρρύθμισης αποσύρθηκε το 2001, έπειτα από θορυβώδεις αντιδράσεις του ίδιου του κόμματός του, περιγράφει πώς η ψηφοθηρία, ο καταγωγικός λαϊκισμός του ΠΑΣΟΚ και ο κομματικός καιροσκοπισμός απέτρεψαν την εκσυγχρονιστική κυβέρνηση Σημίτη να προωθήσει περαιτέρω τη σχεδιαζόμενη μεταρρύθμιση.

Γράφει ο κ. Γιαννίτσης (ο. π.): «(Στο ΠΑΣΟΚ) εκφράστηκε έντονα η άποψη ότι οι προτάσεις για το ασφαλιστικό αποξενώνουν το κόμμα από τη βάση του, ότι ο “εκσυγχρονισμός” και η παρέμβαση στο ασφαλιστικό βρίσκονται σε αντίθεση με το ιδεολογικό (...) οικοδόμημα του ΠΑΣΟΚ, ότι αποτελούν το όχημα μέσω του οποίου η Ν. Δ. θα κερδίσει τις εκλογές (...), ότι αλλοιώνεται η φυσιογνωμία του κόμματος. (...) Στη σκέψη πολλών ήταν φανερό πως κυριαρχούσε η αντίληψη ότι το ΠΑΣΟΚ δεν έπρεπε να καταπιαστεί με ένα κοινωνικό θέμα από το οποίο προέκυπτε πολιτική ζημία, ότι το πρόβλημα θα αναδεικνυόταν αρκετά χρόνια αργότερα (...)».

Σας ενοχλούν οι διαφημίσεις στο φόρουμ; Απλά συνδεθείτε για να εξαφανιστούν!



Ο λαϊκισμός δεν είναι απλώς κακόγουστη ρητορική: παρέχει λεξιλόγιο, διαμορφώνει νοοτροπίες, παράγει αποτελέσματα. Τα μείζονα προβλήματα θεωρούνται «καυτές πατάτες» που πρέπει να πετιούνται στον επόμενο. Η ειρωνεία είναι ότι το κόμμα που αντιτάχθηκε σφοδρά στο νομοσχέδιο Γιαννίτση το 2001 καλείται να διαχειριστεί το ίδιο πρόβλημα, με πολύ δυσμενέστερους όρους, δέκα χρόνια αργότερα!

Η ανικανότητά μας ως οργανωμένη κοινωνία να δρούμε στρατηγικά –να έχουμε, δηλαδή, όσο πιο σαφή γίνεται γνώση των προτιμήσεών και αξιών μας· να προβλέπουμε, όσο είναι εφικτό, τις μελλοντικές ανάγκες μας· και να σχεδιάζουμε αναλόγως τις απαιτούμενες πολιτικές σε ενεστώτα χρόνο– δίνει προβάδισμα στην ευδαιμονιστική-επιβιωτική αντίληψη της ζωής. Αφού έχουμε παραιτηθεί από τη δυνατότητα να επηρεάσουμε το συλλογικό μας μέλλον, έχουμε καταληφθεί από έναν υλιστικό μηδενισμό: το άγχος τής με κάθε τρόπο άμεσης ικανοποίησης τωρινών αναγκών.
Οι συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες θέλουν να μεγιστοποιήσουν τα οφέλη των συντεχνιών τους, οι πολιτικάντηδες να επανεκλεγούν, οι διαπλεκόμενοι επιχειρηματίες να αρμέξουν το κράτος. Ολοι τα θέλουν όλα, εδώ και τώρα, αδιαφορώντας αν η ικανοποίηση των αιτημάτων τους είναι νόμιμη, δίκαιη και διατηρήσιμη. Η ηθική μας αμβλύνοια είναι τέτοια που δεν θεωρούμε ότι πρέπει να είμαστε αλληλέγγυοι με τις μελλοντικές γενιές – τα παιδιά μας. Το αυθαίρετο εξοχικό έχει προτεραιότητα! Ζούμε με δανεικά, σε χρόνο δανεικό.

Καθηλωμένοι στο ανιστορικό παρόν, δίχως αίσθηση προοπτικής, κάθε κοινωνική ομάδα προσπαθεί να αρπάξει ό, τι μπορεί. Η φράση-κλισέ πολλών ραδιοφωνικών παρουσιαστών «να περνάτε καλά» συμπυκνώνει το σύγχρονο ελλαδικό ήθος. Θέλουμε να περνάμε, με κάθε τρόπο, καλά! Η ουσία της «μαγκιάς», άλλωστε, είναι η λαθρεπιβασία: να πληρώνουν άλλοι το λογαριασμό. Οι λιμενεργάτες του Πειραιά μπορούν να δώσουν σχετικά μαθήματα σε κάθε ενδιαφερόμενο. Συμπεριφερόμαστε ως εάν το μέλλον να μη μας αφορά. Και γιατί να μας αφορά; Μακροχρόνια θα είμαστε όλοι νεκροί!


apolitistosteki.blogspot.com
Αναδημοσίευση από RADAR