Γράφει η ΜΑΡΙΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΓΙΑΤΡΑΚΟΥ
Π ΡΙΝ λίγα χρόνια, στο Δισπηλιό της Καστοριάς, ο καθηγητής αρχαιολογίας, κ. Χουρμουζιάδης, ανακάλυψε ένα κομμάτι ξύλου, με γραφή, του 5.500 π.Χ., που αποκλήθηκε «φωνήεν ξύλον». Λέγεται ότι ήταν εξάρτημα από το πλοίο «Αργώ», που έφτιαξε ο γιος του Φρίξου, ¶ργος, για την περίφημη αργοναυτική εκστρατεία, προκειμένου να αρπάξουν το «χρυσόμαλλον δέρας» και να το φέρουν στην Ιωλκό. Το «φωνήεν ξύλον», αποτελεί ισχυρή ιστορική φωνή, που μαρτυρεί τον ανήσυχο οδυσσεϊκό χαρακτήρα των Ελλήνων, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την οικονομική τους δυσπραγία και να την αντισηκώσουν με την πνευματική τους αρματωσιά, ξεπερνώντας γεωγραφικά όρια, διευρύνοντας τον γνωστικό τους ορίζοντα και γονιμοποιώντας με τον λόγο και τη σοφία τους τον παγκόσμιο λόγο, δημιουργώντας και εξακτινώνοντας τον ελληνικό πολιτισμό. «ΤE \Ελλάδι πενίη aείποτε σύντροφος aστί», κατά τη ρήση του Ηροδότου. Γι’ αυτό τον λόγο οι Έλληνες από τα βάθη των χρόνων γίνονται άποικοι. Έτσι, η κυρίως Ελλάς, η μητρόπολη, αποκτά παγκόσμια ακτινοβολία, με το πανάρχαιο φαινόμενο του αποικισμού και δημιουργεί παντού εστίες φωτεινές ελληνικού πνεύματος και τη «Μεγάλη Ελλάδα», τη «Magnam Greciam», την «εκτός Ελλάδος Ελλάδα». Με τον αποικισμό ιδρύεται, σε μεγάλη απόσταση από τη μητρόπολη, μόνιμη εγκατάσταση των Ελλήνων, που δεν ελέγχεται από τον αυτόχθονα πληθυσμό και παραμένει σε εξάρτηση από την κυρίως Ελλάδα1. Στον χώρο της Μεσογείου σημειώθηκαν κατά το τέλος της 2ης και τις αρχές της 1ης χιλιετίας π.Χ. μεγάλες πληθυσμιακές μετακινήσεις, που ξεκινούσαν από τον ελλαδικό κορμό και κατέληγαν στα παράλια της Μακεδονίας, της Μικράς Ασίας, του Ευξείνου Πόντου, της Κάτω Ιταλίας και της Σικελίας, κατά πρώτο λόγο, αλλά και στην Εγγύς Ανατολή, στη Βόρεια Αφρική και στην Ισπανία κατά δεύτερο. Αυτές οι πληθυσμιακές μετακινήσεις χωρίζονται σε δύο φάσεις. Στον πρώτο και δεύτερο ελληνικό αποικισμό και παρουσιάζουν πολλές ιδιαιτερότητες, σχετικές με τον χώρο, τον χρόνο, τις αιτίες, τη μέθοδο, τα αποτελέσματά τους. Ο αποικισμός δεν ήταν πάντοτε ειρηνικός. Πολλές φορές οι Έλληνες άποικοι συναντούσαν την αντίσταση των ιθαγενών, όπως συνέβη στη Σικελία και στη Θράκη. Σε αρκετές περιπτώσεις οι αυτόχθονες δέχονταν χωρίς προβλήματα τους αποίκους και συνεργάζονταν μαζί τους (Μασσαλία, Ναύκρατις). Οι άποικοι διατηρούν άρρηκτους δεσμούς με το μητροπολιτικό κέντρο, συμμετέχοντας στους πανελλήνιους αθλητικούς αγώνες και στις θρησκευτικές εορτές. Σ’ όλες τις χώρες που εγκαταστάθηκαν οι Έλληνες και στην Κάτω Ιταλία μετέφεραν και διέδωσαν τον ελληνικό τρόπο ζωής και σκέψης, αλλά κατόρθωσαν και να τον εμπλουτίσουν. Ο αποικισμός, που άρχισε στο πρώτο ήμισυ του 8ου και κράτησε ως τον 5ο αιώνα π.Χ., έφερε τον ελληνισμό σε ολόκληρο τον μεσογειακό χώρο και δημιούργησε πλήθος ελληνίδων πόλεων στις ακτές τριών ηπείρων, από την Ιβηρική χερσόνησο και τη Λιβύη ως την Κριμαία. Ιδιαίτερα στη Σικελία, Κάτω Ιταλία, Προποντίδα και Εύξεινο Πόντο συγκεντρώθηκαν συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί. Όλες οι ελληνικές αποικίες και εν προκειμένω της Κάτω Ιταλίας έγιναν πολυάνθρωπα και ισχυρά κέντρα με μεγάλη εμποροναυτική και πολιτιστική ανάπτυξη. Ο αποικισμός και στην Κάτω Ιταλία υπήρξε μια κορυφαία περίοδος της ελληνικής ιστορίας και δικαίως θεωρείται μεγάλο βήμα στην εξέλιξη του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Όλη η Κάτω Ιταλία, η «Σικελία», η Σαρδηνία γέμισαν με ελληνικές εστίες. Παντού έλαμψαν ελληνικές εστίες, σ’ όλον τον τότε γνωστό κόσμο. Οι νέες αυτές πόλεις των Ελλήνων αποίκων γέμισαν πλούτο, δημιουργήθηκαν νέες τάξεις στις ελληνικές πόλεις: οι έμποροι και οι ναυτικοί. Όλη αυτή η οικονομική ευμάρεια μαζί με τη γνωριμία που έκανε το ελληνικό στοιχείο με τους ιθαγενείς πληθυσμούς, είχε ως αποτέλεσμα τη μεγάλη πολιτιστική άνθηση σε όλους τους τομείς του ανθρώπινου επιστητού. Στον χώρο της τέχνης, της επιστήμης και της φιλοσοφίας, οι Έλληνες άποικοι έχουν να επιδείξουν υψηλά επιτεύγματα, συναγωνιζόμενοι σε μεγάλο βαθμό τη μητροπολιτική Ελλάδα. Η αρχιτεκτονική, ιδιαίτερα, με τους πολύ καλά σωζόμενους μέχρι σήμερα ναούς, και η πλαστική, με τον ιδιάζοντα χαρακτήρα της, υποδηλώνουν το υψηλό στάδιο καλλιτεχνικής ανάπτυξης όλων σχεδόν των αποικισμένων από Έλληνες περιοχών της Μεσογείου. Στην Έγεστα (Σετζέστα) θαυμάζει κανείς τον δωρικό ναό του 5ου αιώνα π.Χ., οι εργασίες του οποίου σταμάτησαν χωρίς αιτία μετά την αποπεράτωση των κιονοστοιχιών του. Σήμερα στέκεται γοητευτικός στη μοναξιά του, στις παρυφές της Σετζέστα και μας προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για τις οικοδομικές τέχνες της εποχής. Στην Ερείκη έχουμε το ιερό της Αφροδίτης. Στον Σελινούντα (Σελινόντε), ένα από τα εξέχοντα κέντρα της Μεγάλης Ελλάδας, εντυπωσιάζει το πλήθος των ναών. Το ένα τρίτο της έκτασης της πόλης είναι αφιερωμένο στο πάνθεον των ολυμπίων θεών. Ναός του Απόλλωνα, ναός της Ήρας, ναός της Δήμητρας Μαλοφόρου.


«Κοιλάδα των ελληνικών ναών»



Στον Ακράγαντα (Αγκριτζέντο), ο τεραστίων διαστάσεων δωρικός ναός της Ομόνοιας, ο οποίος χάρη στην μετατροπή του σε βασιλική της πρωτοχριστιανικής εποχής σώθηκε σχεδόν ακέραιος. Είναι ένα από τα εντυπωσιακά οικοδομήματα που μαρτυρούν το υψηλό βιοτικό επίπεδο, χάρη στην παρουσία του αποικιακού ελληνισμού. Ο σοφός Εμπεδοκλής, γέννημα θρέμμα της πόλης, συνήθιζε να λέει για τους συμπολίτες του ότι ζούσαν σαν να ήταν να πεθάνουν την άλλη μέρα και έχτιζαν σαν να ήταν να ζήσουν για πάντα. Τα εξαίσια δείγματα της ελληνικής αρχιτεκτονικής είναι τόσο πολλά, ώστε να αποκαλείται η περιοχή του Ακράγαντα «κοιλάδα των ελληνικών ναών». Ο ναός του Ολυμπίου Διός με το σωριασμένο άγαλμα του ¶τλαντα, ο ναός του Ηρακλή, της Ήρας και των Διοσκούρων, το νεκροταφείο με ταφικά ευρήματα, που ζήλεψαν ακόμη και τα μαυσωλεία της Ιωνίας, το ιερό των χθόνιων θεών. Η πανέμορφη πόλη των Συρακουσών (Σιρακούζε) με το επιβλητικό αρχαιολογικό της μουσείο και την αρχαιολογική της ζώνη που μαρτυρεί την παρουσία των Κορινθίων (733 π.Χ.) στην ισχυρότερη ελληνική αποικία της Μεσογείου. Ο ναός της Αθηνάς αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία χτίστηκε μετέπειτα ο σημερινός Καθεδρικός ναός της πόλης, όπου η Παναγία λατρεύεται αδιάκοπα από τον 7ο αιώνα μ.Χ. Αποτελεί μοναδικό σύμπλεγμα δωρικών πυλών από πωρόλιθο και «μπαρόκ» αναγεννησιακού ρυθμού. Η πηγή της Αρέθουσας στην ακτή της Ορτυγίας, ο τεράστιος ερειπωμένος ναός του Απόλλωνος και το καλοδιατηρημένο αρχαίο ελληνικό θέατρο2 μαρτυρούν την παρουσία των Ελλήνων εκτός Ελλάδος. Τα νομίσματα των ελληνικών αποικιών της Κάτω Ιταλίας κατά την αρχαιότητα αποτελούν τον καθρέπτη της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού στοχασμού. Το σέλινο εικονίζεται σε κοπή Σελινούντος, και με τα αρχικά τους γράμματα δηλώνονται οι άλλες ελληνικές πόλεις. Η Σύβαρις με το (ΣΥ), ο Κρότων (ΚΡΟ), το Μεταπόντιον (ΜΕΤΑ), ο Ακράγας (ΑΚΡΑ) κ.ά. Μητροπόλεις και αποικίες, κάποτε πόλεις άγνωστες στη μεγάλη φιλολογική παράδοση και αμάρτυρες στις επιγραφές, θα διακηρύξουν τον πολιτισμό τους και τις λατρείες τους με τις κοπές νομισμάτων. Τη θέση των γραμμάτων αργότερα και των ακροφωνικών συμβόλων παίρνουν εθνικά ονόματα σε γενική πληθυντικού π.χ. ΣΥΡΑΚΟΣΙΩΝ κ.λπ.3. Στη Σικελία και στην Κάτω Ιταλία επικρατεί η χαριτωμένη συνήθεια αναγραφής του ονόματος της τοπικής ποτάμιας ή άλλης θεότητας (ή νύμφης) δίπλα στη μορφή της ΓΕΛΑΣ, ΑΡΧΑΓΕΤΑΣ, ΛΕΥΚΑΣΠΙΣ, ΠΑΡΑΣ. Στην Ιταλία διαδίδεται το ευβοϊκό αλφάβητο, ίσως μέσω της Κύμης (της Καμπανίας), γεγονός που είχε ευεργετικές συνέπειες για την περαιτέρω ανάπτυξη των περιοχών αυτών. Οπωσδήποτε η αναφορά μας σε καίριες ιστορικές περιόδους δεν είναι τίποτε άλλο παρά ανθολόγηση ενδεικτικών στοιχείων, χαρακτηριστικών των πολιτιστικών επιδράσεων των Ελλήνων αποίκων στη «Magna Grecia». Η παρουσία του Βυζαντίου στην Κάτω Ιταλία άφησε ίχνη ανεξίτηλα. Η περιοχή δέχθηκε την επίδραση των Βυζαντινών. Σύμφωνα με επιγραφή του 9ου αιώνα, ο αυτοκράτωρ Βασίλειος Α’ ο Μακεδών (867-886 μ.Χ.), «μέγιστος σκηπτρούχων» και «άριστος ανάκτων», ανήγειρε το άστυ της Βάρεως, και οικοδόμησε τον ναό του Αγίου Δημητρίου. Η Βάρις, μετά την κατάληψή της από τον Βασίλειο Α’, απέβη επί δύο αιώνες το κέντρο της Βυζαντινής Ιταλίας4. Ο αγώνας των Βυζαντινών κατά των Αράβων είναι νικηφόρος. Το 870 η νήσος Μελίτη (η σημερινή Μάλτα) πέφτει στα χέρια τους, πέφτουν στη συνέχεια και οι Συρακούσες στις 21 Μαΐου 878, όπως μας περιγράφει ο μοναχός Θεοδόσιος σε επιστολή του. Στη συνέχεια οι Βυζαντινοί κατέλαβαν τη Σικελία, την Καλαβρία, τον Τάραντα. Η βυζαντινή κυριαρχία εδραιώθηκε με τις επιφανείς νίκες που κατήγαγε στην Ιταλία ο στρατηγός Νικηφόρος Φωκάς ο παλαιός, πρόγονος του ομώνυμου βασιλιά. Το 885 ανακατέλαβε την Καλαβρία και ιδρύθηκε το αυτοτελές θέμα της Λογγοβαρδίας με πρωτεύουσα τη Βάρι. Με τα κατορθώματα αυτά το Βυζάντιο απέβη σπουδαία ιταλική δύναμη. Η Βυζαντινή ηγεμονίδα Θεοφανώ, θυγατέρα του Ρωμανού Β’, μετά τον γάμο της με τον αυτοκράτορα Όθωνα Β’ (978-983) άσκησε επίδραση στη διαμόρφωση της αυτοκρατορικής ιδέας και της αυλικής εθυμοτυπίας στην Ιταλία και συνέβαλε στην ανάπτυξη κάποιων κλάδων Τέχνης. Ο Όθων Γ’, που γεννήθηκε το 980 και επιτροπευόταν από τη μητέρα του Θεοφανώ ως το 991, έλαβε εξαίρετη ελληνική παιδεία. Τα ελληνικά γράμματα διδάχθηκε ο Όθων από τη μητέρα του και από τον εκ Καλαβρίας Έλληνα μοναχό Ιωάννη τον Φιλάγαθο. Η επίδραση αυτή της ελληνικής παιδείας συνέβαλε στο να θεωρείται ως προσωπικότητα ανάλογη εκείνης των βασιλέων του Βυζαντίου. Αναστρεφόταν λόγιους εκκλησιαστικούς άνδρες και ταπεινούς μοναχούς. Ως απλός προσκυνητής περιηγήθηκε τα σεπτά καθιδρύματα των νοτίων επαρχιών καθώς επίσης και τη μονή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στο όρος Γάργανο. Επισκέφθηκε επίσης τη μονή Κρυπτοφέρρης. Ο Όθων Γ’ διατήρησε μέχρι τέλους άριστες σχέσεις με τους Βυζαντινούς. Με την εύνοια της αυτοκράτειρας Θεοφανούς ο Φιλάγαθος προχειρίσθηκε σε αρχιεπίσκοπο Πλακεντίας. Ιδιαιτέρως εξαίρεται η ανέγερση της πόλης Τροίας στη θέση των αρχαίων Αικών (Aecae), στην οδό που οδηγεί από το Βενεβέντο στο Σίποντο. Η Τροία δέσποζε στην είσοδο της Απουλίας. Με το τέλος της τρίτης δεκαετηρίδας του ενδέκατου αιώνα είχε αποκατασταθεί στην Ιταλία η βυζαντινή κυριαρχία. Ο ελληνισμός που άκμασε στο ιταλικό έδαφος φέρει τη σφραγίδα του βυζαντινού πνεύματος και προεκτείνει στις δυτικότατες εσχατιές τον χώρο της ελληνικής παιδείας του Βυζαντίου4. Το ελληνικό στοιχείο στη Σικελία και στη Νότιο Ιταλία υπήρξε ακμαίο από τον ένατο ως τον δέκατο πέμπτο αιώνα. Τα υπολείμματα του πρώιμου στρώματος της Μεγάλης Ελλάδος, που ενισχύθηκαν με τους εποικισμούς και τις μετακινήσεις των μέσων χρόνων, αποτέλεσαν τη λαϊκή υποδομή της βυζαντινής κυριαρχίας και της πνευματικής της ακτινοβολίας. Μέχρι το έτος 1071 ο Ιταλιώτης Ελληνισμός αναπτύχθηκε υπό την αιγίδα της αυτοκρατορικής διοίκησης. Οι θεσμοί της κοινωνικής οργάνωσης, του αγροτικού βίου, της συγκρότησης των χωριών και των κάστρων, το καθεστώς της γαιοκτησίας και φορολογίας, ακολουθούν κατά βάσιν τα πρότυπα των βυζαντινών επαρχιών5. Η Τέχνη άφησε κατάλοιπα ακραιφνούς βυζαντινής έμπνευσης, όπως ο Χριστός του Καρπινιάνο (στο θέμα Λογγοβαρδίας), τον οποίο ζωγράφισε ο Ευστάθιος το 1020. Η Εκκλησία με την ιεραρχία της, τα κέντρα λατρείας και τα μοναστηριακά ιδρύματα αποτέλεσαν τα κύρια κέντρα του Ιταλιώτη Ελληνισμού. Το 754 το Ιλλυρικό, η Σικελία και η Καλαβρία αποσπάσθηκαν από τη δικαιοδοσία της Ρώμης και προσαρτήθηκαν στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Στη μεγαλόνησο ιδρύθηκε το 800 αρχιεπισκοπή με μητρόπολη τις Συρακούσες, η οποία μεταφέρθηκε στην Κατάνη, όταν οι ¶ραβες κατέλαβαν την πόλη. Στη Νότιο Ιταλία, λίγο μετά το έτος 800, ιδρύθηκε η αρχιεπισκοπή Καλαβρίας. Ο ελληνικός μοναχικός βίος έριξε βαθιές ρίζες στο έδαφος της Σικελίας και της Ιταλίας. Η Καλαβρία του δέκατου αιώνα ονομάσθηκε «νέα Θηβαΐς». Σε 265 αριθμούνται τα μοναστήρια Βασιλικανών μοναχών στις περιοχές αυτές. Όλα αυτά τα καθιδρύματα απέβησαν επισημότατα κέντρα ασκήσεως και παιδείας. Το μοναστήρι της Κρυπτοφέρρης (Grottaferata), που ιδρύθηκε στην περιοχή του Τούσκουλου από τον όσιο Νείλο, τον διαπρεπέστατο από τους Έλληνες μοναχούς της Ιταλίας, ακμάζει και σήμερα ως Κέντρο Βυζαντινών Σπουδών, Μουσικολογίας και Κωδικολογίας. Από τα αρχεία των ιταλιωτικών καθιδρυμάτων προέρχονται ελληνικά διπλωματικά κείμενα, τα οποία εμπλουτίζουν την ύλη της βυζαντινής Διπλωματικής. Από τη Σικελία κατάγονται υμνογράφοι της μέσης βυζαντινής περιόδου, όπως ο Ιωσήφ ο Υμνογράφος (816-886). Σπουδαία είναι και η αγιολογική φιλολογία των ενάρετων ανδρών από τη Σικελία και την Ιταλία. Τα κείμενα αυτά είναι σπουδαίες πηγές για την ιστορία της βυζαντινής Ιταλίας και για τη γνώση της κοινωνίας της6. Μετά την κατάλυση της βυζαντινής κυριαρχίας, ο ελληνισμός της Ιταλίας εξακολούθησε υπό τους Νορμανδούς και τους Σουηβούς τη σταδιοδρομία του, διατηρώντας όχι μόνο την πνευματική του αυτονομία αλλά και προχωρώντας σε έργα γενναία. Δημιούργησε δύο νέους πνευματικούς χώρους, τη θύραθεν λόγια ποίηση και τη μεταφραστική φιλολογία. Η ανανεωμένη Ιταλία και η ελληνική παιδεία συνέχισαν την πορεία τους κάτω από ξένους δυνάστες και έγιναν γέφυρα διά μέσου της οποίας τα αρχαία και τα χριστιανικά γράμματα διοχετεύθηκαν στην Ευρώπη. Η συμβολή των Ελλήνων στην Ιταλική Αναγέννηση ανατρέχει στους βυζαντινούς χρόνους. Ο αποικισμός της Κάτω Ιταλίας από Έλληνες συνεχίστηκε και κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας. Το χωριό Καργκέζε ή Καρζές, η ελληνική αυτή γωνιά της Κορσικής, ιδρύθηκε από Μανιάτες φυγάδες που θέλησαν να σωθούν από τον τουρκικό ζυγό. Ονόματα δρόμων, μνημεία, όλα θυμίζουν κάτι ελληνικό. Μα πιο πολύ η βυζαντινή εκκλησία του Καρζές, με θαυμάσιες εικόνες, που έφεραν μαζί τους τον 17ο αιώνα οι Μανιάτες.Υπάρχουν πολλές ελληνικές περιοχές, θύλακοι των ελληνικών διαλέκτων. Ανθολογούμε ενδεικτικά. Σε απόσταση μερικών χιλιομέτρων από το Ρέτζιο (Ρήγιο) της Καλαβρίας και από το Λέτσε βρίσκονται δύο ελληνικές γλωσσικές νησίδες, κάθε μία από τις οποίες περιλαμβάνει ένα μικρό αριθμό κοινοτήτων7. Ονομάζονται αντίστοιχα Bovesia και Grecia Salentina. Η καταγωγή τους κλασική ή βυζαντινή. Οι ερευνητές φιλόλογοι ονομάζουν τους κατοίκους τους «ανίψια του Ομήρου» και τους θεωρούν αρχαιολογικά ίχνη μεγάλης αξίας. Η ελληνόφωνη γλωσσική κοινότητα του Σαλέντο, που συνολικά ονομάζεται Grecia Salentina, αποτελείται από εννέα κοινότητες. Ο ελληνόφωνος πληθυσμός, που ζει για αιώνες στον κλειστό αυτό κύκλο της υπαίθρου, μεταδίδει την ελληνική γλώσσα προφορικά, από γενιά σε γενιά. Σύμφωνα με μία έρευνα που πραγματοποίησε ο δήμος του Καστρινιάνο, στις εννιά κοινότητες της Grecia Salentina, από τις 2.525 οικογένειες με παιδιά σε σχολική ηλικία (σε σύνολο 13.531 οικογενειακών πυρήνων), το 95,5% θεωρεί ότι είναι δίκαιο να διαφυλαχθεί η γλώσσα και ο πολιτισμός grico, 84% επιθυμεί να διδάσκεται η grico στο σχολείο, 40% γνωρίζει την ιστορία της κοινότητάς του, 38% έχει κάνει έρευνες για την κοινότητά του, την Grecia Salentina, 85% επιθυμεί την αδελφοποίησή του με ένα ελληνικό σχολείο και τέλος ένα 90% θα επιθυμούσε να έχει φίλους Έλληνες. Η επιθυμία για την αναβίωση της ιδιαίτερης γλωσσικής και πολιτισμικής κληρονομιάς έγινε πιο ισχυρή τα τελευταία χρόνια. Πρόσφατα μάλιστα υπεγράφη συμφωνία ανάμεσα στις εννιά κοινότητες της Grecia Salentina για την προώθηση μιας κοινής πολιτιστικής ταυτότητας. Αυτοί οι διαλεκτικοί ελληνικοί θύλακοι, που επιμένουν σε πείσμα του χρόνου να διατηρούνται, αποτελούν αδιάψευστα κριτήρια του ιστορικού μας βάθους και της αδιαμφισβήτητης συνεχούς ελληνικής πολιτιστικής παρουσίας στη Μεγάλη Ελλάδα.

Σας ενοχλούν οι διαφημίσεις στο φόρουμ; Απλά συνδεθείτε για να εξαφανιστούν!




ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1.Βλ. πρόχειρα, αποικισμός, Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα, Αθήνα 1996, τόμ. 10, σ. 177-180.
2.Βλ. πρόχειρα, Ευρώπη-Μεσόγειος, 2000-2001, «Μάνος», Αθήνα 2000, σ. 94-97.
3. Βλ. Σελήνη Ψωμά, Η Ελλάς των χιλιετιών και του κόσμου, Η Ελληνική, μια πάντοτε σύγχρονη γλώσσα, σελ. 57-71.
4. Βλ. Διον. Ζ. Ζακυθηνός, Βυζαντινή Ιστορία 324-1071, Αθήνα 1972, σ. 261.
5. Ciro Giannelli, l’ultimo Ellenismo nell’ Italia meridionale, εν Scripta Minora, Ρώμη 1963, σ. 307 κ.ε.
6. Andre Gouillou, Notes sur la societe dans le Katepanat d’Italie au XIe siecle, εν Melanges d’ Archaeologie et d’ Histoire, τόμ. 78 (1966), σελ. 439 κ.ε.
7.Βλ. G. Da Costa-Louillet, Saints de Sicile et d’Italie meridionale aux VIIIe, IXe et Xe siecles, Byzantion, τόμ. 29/30, (1960), σελ. 89 κ.ε.
8. Βλ. Όλγα Προφίλη, Η ελληνική στη Νότια Ιταλία, «Διάλεκτοι θύλακοι της Ελληνικής γλώσσας», Αθήνα 1999, σ. 31.


ΠΗΓΗ:Istoria - History Illustrated