342758 Μηνύματα  51074 Θέματα  106409 Μέλη  69 Online
Εμφάνιση αποτελεσμάτων : 1 έως 5 από 5

Θέμα: ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ

  1. #1
    Blogthean
    Δεν έχει οριστεί status
     
    Το avatar του χρήστη monogramma59
    Εγγραφή
    18-06-2008
    Περιοχή
    ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗ
    Μηνύματα
    984
    Blogthea Money
    31.858
    Ευχαριστώ
    872
    Ευχαριστήθηκε 2.060 Φορές σε 574 Posts

    Wink ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ

    ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

    ΜΕΡΟΣ:Α

    ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
    Το χριστόψωμο …
    Από τις προετοιμασίες της παραμονής των Χριστουγέννων πιο χαρακτηριστική είναι εκείνη που αναφέρεται στο ζύμωμα του χριστόψωμου. H συνήθεια αυτή είναι πολύ ριζωμένη στους αγρότες και τους τσοπάνηδες.
    Απλές και ταπεινές νοικοκυρές κάνουν τη ζύμη με ιδιαίτερη ευλάβεια. Θεωρείται το έργο αυτό θείο. Eίναι έθιμο καθαρά Χριστιανικό. Κατά τόπους φτιάχνεται σε διάφορες μορφές το Χριστόψωμο κι έχει διαφορετικές ονομασίες όπως:
    "ψωμί του Χριστού", "Σταυροί", "βλάχες" κ.ά."
    Το τάισμα της βρύσης …
    Στην Κεντρική Ελλάδα τα μεσάνυχτα της παραμονής των Χριστουγέννων γίνεται το "τάισμα" της βρύσης.
    Πηγαίνουν τα μεσάνυχτα ή προς τα χαράματα οι κοπέλες στην πιο κοντινή βρύση και παίρνουν το αμίλητο νερό, αφού αφήσουν προηγουμένως εκεί βούτυρο, τυρί, ή ψημένο σιτάρι ή κλαδί ελιάς.
    Και λένε:
    "Όπως τρέχει το νερό σ' βρυσούλα μ', έτσ' να τρέχ' και το βιο μ'".
    Έπειτα ρίχνουν στη στάμνα ένα βατόφυλλο και τρία χαλίκια, "κλέβουν νερό" και γυρίζουν στα σπίτια τους πάλι αμίλητες μέχρι να πιουν όλοι από τ' άκραντο νερό.
    Με το ίδο νερό ραντίζουν και τις τέσσερις γωνίες του σπιτιού, ενώ σκορπούν στο σπίτι και τα τρία χαλίκια.
    Την παραμονή των Χριστουγέννων "παντρεύουν", σε πολλά μέρη της Ελλάδας, τη φωτιά.
    Παίρνουν ξύλο με θηλυκό όνομα π.χ. κερασιά και ένα με αρσενικό όνομα, ας πούμε πλάτανος και ο νοικοκύρης λέγει: "Παντρεύω σε φωτιά για το καλό της νοικοκυράς"
    Τα δαιμονικά ...
    Στα Γρεβενά ανάβουν μεγάλο κούτσουρο, στη γωνιά από την παραμονή των Χριστουγέννων και η φωτιά καίει συνέχεια μέχρι τα Φώτα για να προστατεύει την οικογένεια από τα δαιμονικά
    Από τα Χριστούγεννα ως τα Φώτα έβαζαν άλλοτε στο τζάκι δώδεκα αδράχτια για να τα βλέπουν οι καλικάντζαροι να μη κατεβαίνουν από την καπνοδόχο.
    Οι πιστοί στις παραδόσεις από την παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι τα Θεοφάνεια που φεύγουν οι καλικάντζαροι, δεν τρώνε ελιές, φασόλια και σύκα για να μην κάνουν καλογήρους.
    Στη Λήμνο την δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων σφάζουν γουρουνόπουλα και το βράδυ της ίδιας μέρας χορεύουν
    Συνηθισμένο έθιμο σε όλη την Ελλάδα είναι η χοιροφαγία, καθώς και η ετοιμασία ειδικών γλυκισμάτων για τις ημέρες αυτές, όπως είναι τα μελομακάρονα, οι κουραμπιέδες και ο μπακλαβάς.
    Την παραμονή των Χριστουγέννων οι δρόμοι πλημμυρίζουν από τις φωνές των παιδιών που ψάλλουν τα κάλαντα. Οι «νοικοκυραίοι» τους ανταμείβουν τώρα πια με χρήματα, ενώ παλιότερα με καρύδια και γλυκίσματα του σπιτιού.
    Σε κάποια νησιά, συνηθίζεται αντί για το χριστουγεννιάτικο δέντρο να στολίζουν ένα καράβι, θέλοντας να τονίσουν τη μεγάλη σημασία που έχει για τη χώρα μας η θάλασσα.
    Βέβαια, πρέπει να αναφέρουμε– χωρίς να ανήκει στα έθιμα-την εκκλησιαστική ακολουθία των Χριστουγέννων που ψάλλεται στις εκκλησίες κατά το ξημέρωμα και είναι γεμάτη από λαμπρούς ύμνους των μεγάλων υμνογράφων της εκκλησίας.

    Σας ενοχλούν οι διαφημίσεις στο φόρουμ; Απλά συνδεθείτε για να εξαφανιστούν!



    ΘΡΑΚΙΩΤΙΚΑ ΗΘΗ ΚΙ ΕΘΙΜΑ
    oι δεισιδαίμονες συνήθειες και προλήψεις που επικρατούσαν τότε, όπως παντού, και στις Σαράντα Εκκλησίες ήταν όχι λίγες. Πολλές απ'αυτές βρίσκουμε και σήμερα ακόμη, γιατί έχουν και κάποια βάση ή λογική, π.χ. να μην επισκέπτονται τη λεχώνα τη νύχτα και αυτή να μη βγαίνει μέχρι να σαραντίσει. Είναι λόγοι υγείας. Να και μερικές από τις συνήθειες που υπήρχαν.
    Στο σπίτι μας τηρούμε και τώρα αυτό το έθιμο.
    Φορούσαν, για το καλό του χρόνου, ένα καινούργιο ρούχο και φρόντιζαν να έχουν επιστρέψει ό,τι δανεικό είχαν τυχόν πάρει.
    Τραγουδούσαν ακόμα τις ευχές:
    σούρβα, σούρβα, γερο κορμί, γερό σταβρί, σαν ασήμ'
    σαν κρανιά, και τη χρόν'γουλ'γεροι και καλόκαρδοι.
    σούρβα, είναι ξηροί καρποί.
    η κρανιά έχει πολύ σκληρό ξύλο.
    σταβρί, πιθανόν να εννοεί το κεφάλι, το κούτελο.
    από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Θεοφάνεια δε λούζονταν, περιμένοντας να αγιαστούν τα νερά.
    Τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, που τα περίμεναν γεμάτοι προσδοκία και για να φάνε ύστερα από τη νηστεία των σαράντα ημερών, έλεγαν τα κάλαντα, όπως παντού. Από βραδύς μαζεύονταν και με όργανα στολισμένα με κυπαρίσσια και αμάραντο, πήγαιναν πρώτα στο σπίτι του παπά, ύστερα στους πρόκριτους και τέλος στους γνωστούς και φίλους.
    Το τραγούδι του παπά.
    Σήκω να πας αφέντη μου, και κάτσε στο σκολειό σου,
    και πάρ'τ'αργυρομαστραπά και νίψ'το πρόσωπο σου,
    και βγάλ'το δροσομάντηλο και νίψου και σφουγγίσου.
    Εννιά κλησιές εσήμαναν, τα μοναστήρια ψέλνουν,
    και τα μικρά δασκαλικά λένε το Κύριε ελέησον.
    Βάλτε κρασί μέσ'στο γιαλί κι'αφράτο παξιμάδι,
    και βρέξτε τα χριστιανικά να μας παρηγορήσουν.

    Ένα από τα κάλαντα των Χριστουγέννων.
    Χριστούγεννα, Χριστούγεννα πρώτη χαρά του κόσμου
    και ψες Χριστός γεννήθηκε και κόσμος δεν το νιώσε,
    και κόσμος ήταν κόμπιλα και βασιλές ατόσα.
    Και ψες εγύριζε ο Χριστός με δώδεκα κλωνάρια,
    και κει που πάει κι'ακούμπησε χρυσό δεντρί αξιώθη,
    και το δεντρί ήταν Χριστός και τα κλωνάρια άγγελοι
    κι αυτά τα πυκνοκλώναρα οι δώδεκα Απόστολοι.
    Κι απάνω στη φωλίτσα του περδίκια φωλιασμένα,
    και κάτω στη ριζίτσα του πηγάδια και λειβάδια,
    και κατεβαίνει η πέρδικα και παίρνει κι ανεβάζει,
    παίρνει νερό στα νύχια της και δρόσο στα φτερά της,
    δροσίζει, το Χριστό γεννά, παιχνίζει τον αφέντη.
    Και μεις τον αυγενίζουμε, πολλή χαρά στον κόσμον.
    Η ερμηνεία των παρακάτω λέξεων δίδεται με κάθε επιφύλαξη.

    κόμπιλα κομπαστικός, δοξαστικός.
    ατόσα τρομερός, ακατανίκητος
    αυγενίζουμε ατενίζουμε, λαμπρύνουμε, δοξολογούμε, βλέπουμε καθαρά
    Και ένα άλλο.
    Κυρά θεοτόκε εκοιλοπόνα
    εκοιλοπόνα και παρακάλειε
    τους άγιους όλους τους απόστολους
    τους απόστολους και αρχαγγέλους.
    Αγιαπόστολοι και αρχάγγελοι
    βοηθήστε με σ'αυτή την ώρα
    τη βλογημένη, τη δοξασμένη.
    Ώστε να πάει η μαμά να φέρει
    Χριστός γεννάται, ο ήλιος φέγγει
    σα νιο φεγγάρι, σαν παλληκάρι.

    Ένα της Πρωτοχρονιάς.
    Εδώ μας είπαν κι ήρθαμε σε τούτο το νοικοκύρη,
    πώχει τα σπίτια τα ψηλά, αυλές μαρμαρωμένες,
    έχει και τα παράθυρα χρυσά ακουμπισμένα.
    Αφέντη μου, στην τάβλα σου χρυσή καντήλα φέγγει,
    χωρίς το τέλι κρέμεται, χωρίς βορριά σειγιέται.
    Σα βάλεις λάδι και κέρι, φέγγει την αφεντιά σου,
    φέγγει τις δάφνες και δειπνούν, τις ξένοι κι αρμενούνε,
    φέγγει και τον αφέντη σου που κάται τρώει και πίνει.
    Ασήμια τα τραπέζια σου μάλαμα τα ταψιά σου
    μόσχο και δεντρολίβανο μυρίζουν τα φαγιά σου........
    κάται = κάθεται


    Συνημένες Εικόνες Συνημένες Εικόνες  
    Τελευταία επεξεργασία από το χρήστη monogramma59 : 27-09-08 στις 19:49

  2. #2
    Blogthean
    Δεν έχει οριστεί status
     
    Το avatar του χρήστη monogramma59
    Εγγραφή
    18-06-2008
    Περιοχή
    ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗ
    Μηνύματα
    984
    Blogthea Money
    31.858
    Ευχαριστώ
    872
    Ευχαριστήθηκε 2.060 Φορές σε 574 Posts

    Wink ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ

    ΠΟΝΤΙΑΚΑ ΗΘΗ ΚΙ ΕΘΙΜΑ
    ΜΕΡΟΣ:Β

    ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ
    Τις μέρες που πλησιάζουν, τα Χριστούγεννα, σκεφτόμαστε τα παλιά χρόνια και ρωτάμε τους γερούς για τα ήθη και τα έθιμα που είχαν τότε.
    Κάθε σπίτι είχε και ένα γουρούνι. Την παραμονή των Χριστουγέννων το έσφαζαν και με το κρέας του έφτιαχναν "γαβουρμά" και "τσιλγάνια", όπως τα λένε στα ποντιακά. Το λίπος του γουρουνιού το λιώνανε και το χρησιμοποιούσανε στις πίτες και τα φαγητά. Φτιάχνανε ακόμα τσουρέκια στο φούρνο, που έμοιαζαν με πίτες. Τα παιδιά έψελναν τα ποντιακά κάλαντα και τους έδιναν, αντί για λεφτά, ξηρούς καρπούς, ξερά σύκα και κερατούτσες που έμοιαζαν με φασόλια αλλά ήταν γλυκές.
    Την πρώτη μέρα των Χριστουγέννων, μετά την εκκλησία, τρώγανε όλοι μαζί στο τραπέζι πατσά. Ένα άλλο έθιμο ήταν η προσφορά δώρων στα παιδία από το νονό τους και, πολλές φορές, ο βαφτισιμιός πρόσφερε δώρα στο νονό του και αυτό λεγόταν "καλαντίασμαν".
    Σε άλλα μέρη οι Πόντιοι, παραμονές Χριστουγέννων, μαζεύονταν στην πλατεία και αποφάσιζαν για το γιορτινό τραπέζι. Ο καθένας αποφάσιζε τι ζώο θα σφάξει. ¶λλος ένα γουρούνι άλλος μοσχάρι, άλλος κουνέλι κ.ά. Οι γυναίκες αποφάσιζαν να πάνε στην αγορά και να ψωνίσουν διάφορα λαχανικά και φρούτα.
    Σαν έφταναν τα Χριστούγεννα όλοι οι χωριανοί ετοίμαζαν τα τραπέζια τους κάτω στην πλατεία. Οι γυναίκες τακτοποιούσαν τα ωραία ψητά και όλοι έτρωγαν και έπιναν διασκεδάζοντας χαρούμενα και ξεχνώντας κάθε λύπη και στεναχώρια.
    Το βράδυ της Πρωτοχρονιάς διάλεγαν ένα μεγάλο κούτσουρο για να καίγεται στο τζάκι. Πίστευαν ότι η φωτιά διώχνει τα δαιμόνια που έρχονταν από την καπνοδόχο. Το κούτσουρο αυτό το λέγανε "καλαντοκάρ". Το ίδιο βράδυ ο αρχηγός της οικογένειας έκοβε τη βασιλόπιτα, που το φλουρί της ήταν μια δεκάρα. Έπειτα ο ίδιος ανακάτευε φουντούκια με νομίσματα και τα πετούσε ψηλά τρεις φορές λέγοντας ευχές για τη νέα χρονιά. Ξημέρωμα Πρωτοχρονιάς πηγαίνανε οι χωριανοί στη βρύση του χωριού. Αφήνανε εκεί τσουρέκια, γλυκίσματα, φρούτα και έπαιρναν νερό (το θεωρούσαν αγιασμένο) για να ραντίσουν το σπίτι. Μετά έσπαζαν στην πόρτα του σπιτιού ένα ρόδι για το γούρι.
    Σε άλλα μέρη κάθε οικογένεια έπαιρνε από ένα κυδώνι και το έκοβε σε τόσα κομμάτια όσα άτομα ήταν στην οικογένεια. Μετά έβαζαν μια δραχμή μέσα σ' ένα κομμάτι, το ανακάτευαν μέσα σε μια πετσέτα και διάλεγε ο καθένας από ένα. Σε όποιον τύχαινε η δραχμή αυτός μετά έπρεπε να σηκωθεί τα χαράματα, να πάρει μια κανάτα και να πάει κάτω στην πλατεία να τη γεμίσει με νερό. Από αυτό το νερό θα έβαζε λίγο στα ζώα, θα κρατούσε λίγο να πλυθούν και λίγο για να πιουν.
    Μετά χρόνια, οι συνήθειες άλλαξαν, όμως μαζί τους άλλαξαν και οι άνθρωποι. Εμείς πιστεύουμε ότι τότε υπήρχε περισσότερη αγάπη και αλληλοβοήθεια παρά σήμερα.

    ΗΘΗ ΚΙ ΕΘΙΜΑ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ
    Υπήρχε μια πληθώρα ηθών και εθίμων που συνόδευαν την καθημερινή ζωή των κατοίκων της Καππαδοκίας σε όλες της σχεδόν τις εκδηλώσεις. Τα περισσότερα από αυτά έχουν λατρευτικό χαρακτήρα λόγω του έντονου θρησκευτικού συναισθήματος που διακατείχε τους Καππαδόκες. Ελάχιστα είναι τα εξωχριστιανικά έθιμα και αυτά αναφέρονται στην απομάκρυνση κακών πνευμάτων και δαιμόνων. Καταγράψαμε τα ήθη και τα έθιμα και τα συνθέσαμε κατά ενότητες παρακολουθώντας τα παράλληλα με το χρόνο που τελούνταν.
    Τα Χριστούγεννα τα έλεγαν οι Καππαδόκες Μικρό Πάσχα. Από την παραμονή 24 Δεκεμβρίου άρχιζαν οι προετοιμασίες, Έσφαζαν κοτόπουλα ή μεγαλύτερα ζώα που τα μοιράζονταν περισσότερες οικογένειες. Σ' όλα τα σπιτικά ζύμωναν πίττες με αλεύρι, γάλα, αυγά, ζάχαρη και βούτυρο. Οι γυναίκες πήγαιναν στους στάβλους όπου άναβαν κεριά στα παχνιά των ζώων και θυμιάτιζαν.
    Τη νύχτα της παραμονής, περασμένα μεσάνυχτα χτυπούσε η καμπάνα της εκκλησίας. Αν δεν υπήρχαν καμπάνες χρησιμοποιούσαν σήμαντρα ή ακόμη και συνεργεία από ιεροδρόμους με επικεφαλής τον κανδηλανάφτη που διάβαιναν το χωριό απ' άκρη σ' άκρη και ειδοποιούσαν τους πιστούς πως ήρθε η ώρα της εκκλησίας χτυπώντας τις πόρτες τους.
    Οι άνδρες φορούσαν γιορτινά και οι γυναίκες τις κεντημένες φορεσιές από τσόχα. Πήγαιναν όλοι μαζί οι γείτονες και για να βλέπουν στο σκοτάδι κρατούσαν πυρσούς. Η Λειτουργία, τελείωνε, πριν ξημερώσει και γύριζαν στα σπίτια τους Ασπάζονταν οι μικρότεροι τα χέρια των μεγαλύτερων και ευχόταν «Χριστός γεννάται», «Αληθώς γεννάται», «Χρόνια Πολλά» κ.α.
    Έστρωναν το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι που περιλάμβανε σούπα τραχανά και γιουβαρλάκια. Απαραίτητα έπρεπε να υπάρχει στο τραπέζι την ημέρα αυτή και το " χερσέ" πιλάφι από ψιλοκομμένο στάρι που είχε βράσει σε ζωμό από κόκαλα. Το φαγητό αυτό το έδωσαν και στην Παναγία να φαει όταν ήταν λεχώνα.
    Δεν είχε ξημερώσει και οι περισσότεροι έπεφταν πάλι για να κοιμηθούν. Όλες τις μέρες από τα Χριστούγεννα μέχρι του Αγίου Βασιλείου γιόρταζαν, συγκεντρωμένοι στα σπίτια διασκέδαζαν χορεύοντας χωριστά οι άντρες και χωριστά. οι γυναίκες, στα δώματα, στις στέγες που ήταν επίπεδες, σε μικρές πλατείες αν ο καιρός το επέτρεπα..
    Το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά γύριζαν στα σπίτια και έλεγαν τα κάλαντα Ομάδες, συνήθως από έξι αγόρια η καθεμιά σκόρπιζαν στο χωριό. Τα τρία παιδιά από την κάθε ομάδα ανέβαινα στο δώμα των σπιτιών και από το φεγγίτη (πετζέ) κρατούσαν με σκοινί ένα φανάρι δικής τους κατασκευής και το άφηναν να κατέβει μέσα στο σπίτι. Ανεβοκατέβαζαν μέσα στο δωμάτιο του σπιτιού το φανάρι τους και έψελναν το τροπάριο του Αγίου Βασιλείου " Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου ...» και πολλές φορές στο τέλος πρόσθεταν : Καλησπέρα στη βραδιά σας, όποιος δώσει να κάμει αγόρι, όποιος δε δώσει, να κάνει κορίτσι, κι αυτό ως το πρωί καμπουριασμένο. Την ίδια στιγμή τα άλλα τρία παιδιά είχαν μπει μέσα στο σπίτι, για να πάρουν τα δώρα που θα τους προσφέρουν, αυγά, πλιγούρι, βούτυρο, ξηρούς καρπούς. Και στων Τούρκων τα σπίτια πήγαιναν παιδιά για να ψάλουν τα κάλαντα τα παιδιά τα έτρωγαν μαζί σε ένα σπίτι .
    Τη νύχτα εκείνη γινόταν από πολλούς προσκύνημα στα λαξευτά παρεκκλήσια του Αι-Βασίλη και των 40 Μαρτύρων. Οι δρόμοι φωταγωγημένοι από τα κεριά των προσκυνητών που πήγαιναν και έρχονταν παρουσίαζαν υπέροχο θέαμα.
    Πίστευαν πως τα μεσάνυχτα της Πρωτοχρονιάς ανοίγει ο ουρανός. Αν τη νύχτα της παραμονής γεννιόταν παιδιά, θα ήταν τυχερά. Αν ήταν αγόρια, τους έδιναν στη βάφτιση το όνομα Βασίλης.
    Ξημερώματα Πρωτοχρονιάς οι γυναίκες έτρεχαν στη βρύση να φέρουν νερό τον Αι-Βασίλη «σουγιού». Γέμισε η κάθε μία τη στάμνα της και κρατούσε ύστερα κάτω από τη βρύση σακούλα μικρή με νομίσματα, για να τρέξει μέσα το νερό και να πολλαπλασιαστούν τα νομίσματα.
    Ιδιαίτερη ήταν η φροντίδα για το γεύμα το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς. Στο τραπέζι έπρεπε να έχουν κότα γεμιστή με πλιγούρι, ρόδια που επάνω τους κολλούσαν μικρά κεριά και τα άναβαν, μέσα σε ταψί με ξηρούς καρπούς και κεριά αναμμένα, στημένα στη μέση.
    Το είχαν σε κακό να δανείσουν ή να δώσουν ελεημοσύνη την ημέρα της Πρωτοχρονιάς, θα έφευγε η σοδειά, το μπερεκέτι του σπιτιού.
    Σαράντα μέρες συνέχεια μετά την Πρωτοχρονιά πολλοί συνήθιζαν να πηγαίνουν στο παρεκκλήσι του Αι-Βασίλη να ανάβουν το καντήλι και να παρακαλούν να τους βοηθήσει.
    Μια παράδοση αποδίδει την καθιέρωση της βασιλόπιτας στην επινοητικότητα του Αγίου Βασιλείου. Κάποτε κάποιος πολύ σκληρός έπαρχος της Καππαδοκίας πλησίασε την Καισαρεία με άγριες διαθέσεις. Ήθελε να βασανίσει τους χριστιανούς. Τότε ο Μέγας Βασίλειος ζήτησε να του προσφέρουν ότι νόμισμα ή κόσμημα είχε ο καθένας τους, και να τον συνοδεύσουν στην υποδοχή του άρχοντα. Ο έπαρχος αντικρίζοντας το θησαυρό θαμπώθηκε αλλά για λόγους που δε γνωρίζουμε δεν πήρε την προσφορά τους. Ο ¶γιος ανακουφίστηκε αλλά βρέθηκε μπροστά σε αδιέξοδο, γιατί δε θυμόταν σε ποιον ανήκε το κάθε αντικείμενο. Βρήκε όμως τη λύση. Έκανε παραγγελία τόσες πίτες όσα ήταν και τα νομίσματα-κοσμήματα και τοποθέτησε σε καθεμία από ένα. Κατόπιν τα μοίρασε στους πιστούς.
    Σύμφωνα με το θρύλο καθένας έτυχε στην πίτα του ό, τι είχε δωρίσει. Έτσι λένε ότι γεννήθηκε το έθιμο της βασιλόπιτας που κόβουμε την παραμονή ή ανήμερα την Πρωτοχρονιά.

    Οι μωμόγεροι, έθιμο της Βόρειας Ελλάδας
    Η λαϊκή φαντασία οργιάζει στην κυριολεξία σχετικά με τους Καλικάντζαρους, που βρίσκουν την ευκαιρία να αλωνίσουν τον κόσμο από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα, τότε δηλαδή που τα νερά είναι «αβάφτιστα». Η όψη τους τρομακτική, οι σκανδαλιές τους απερίγραπτες και ο μεγάλος φόβος τους η φωτιά. Στις περιοχές της Μακεδονίας, Θράκης και Θεσσαλίας εμφανίζεται το έθιμο των μεταμφιέσεων, που φαίνεται πως έχει σχέση με τους καλικάντζαρους. Οι μεταμφιεσμένοι, που λέγονται Μωμόγεροι, Ρογκάτσια ή Ρογκατσάρια, φοράνε τομάρια ζώων (λύκων, τράγων κλπ) ή ντύνονται με στολές ανθρώπων οπλισμένων με σπαθιά. Γυρίζουν στο χωριό τους ή στα γειτονικά χωριά, τραγουδούν και μαζεύουν δώρα. ¶μα συναντηθούν δυο παρέες κάνουν ψευτοπόλεμο μεταξύ τους, ώσπου η μία ομάδα να νικήσει και η άλλη να δηλώσει υποταγή.

    ΤΑ ΚΟΝΤΥΛΑ
    ΕΘΙΜΟ ΧΩΡΙΩΝ ΤΗΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ
    2 ΜΕΡΕΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΑΡΕΕΣ ΠΑΙΔΙΩΝ ΣΥΝΑΝΤΙΟΥΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΚΑΙ ΑΠΟ ΕΚΕΙ ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΝΑ ΓΥΡΝΑΝΕ ΟΛΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΑΠΟ ΠΟΡΤΑ ΣΕ ΠΟΡΤΑ ΚΡΑΤΩΝΤΑΣ ΚΛΑΔΙΑ ΕΛΙΑΣ ΚΑΙ ΧΤΥΠΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΠΟΡΤΕΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΒΓΕΙ Ο ΝΟΙΚΟΚΥΡΗΣ ΝΑ ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΣΟΥΝ ΤΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΚΟΝΤΥΛΩΝ. ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΠΑΕΙ ΩΣ ΕΞΗΣ
    ΣΗΚΩ ΚΥΡΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΑΝΟΙΞΕ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΤΗΝ ΚΑΡΕΝΙΑ ΘΕΛΩ 2 ΛΟΓΙΑ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΓΛΥΚΑ ΚΑΙ ΖΑΧΑΡΕΝΙΑ. ΤΟ ΚΑΛΑΘΑΚΙ Μ ΘΕΛΕΙ ΑΥΓΑ ΚΑΙ Η ΤΣΕΠΗ ΜΟΥ ΚΑΡΥΔΙΑ ΚΑΙ Η ΚΑΛΗ ΣΟΥ Η ΚΑΡΔΙΑ ΔΕΝ ΤΗΑ ΜΕ ΑΦΗΣΕΙ ΣΤΑ ΙΔΙΑ. ΒΑΓΙΑ ΒΑΓΙΑ ΚΟΝΤΥΛΑ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ...........
    ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΤΙΣ ΕΥΧΕΣ ΑΝΑΛΟΓΑ ΜΕ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΠΟΥ ΕΠΙΣΚΕΦΤΗΚΑΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΝΟΙΚΟΚΥΡΗ ΤΟΥΣ. Π.Χ. ΕΑΝ ΠΑΝΕ ΣΕ ΚΑΠΟΙΟ ΣΠΙΤΙ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΑΡΡΩΣΤ ΟΛΕΝΕ ΚΑΙ ΚΛΗ ΑΝΝΑΡΩΣΗ ΑΝ ΠΑΝΕ ΣΕ ΣΠΙΤΙ ΨΑΡΑ ΚΑΙ ΓΕΜΑΤΑ ΔΙΧΤΥΑ Κ.Τ.Λ
    ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΑΥΤΟ ΚΡΑΤΑΕΙΙ ΑΠΟ ΠΟΛΥ ΠΑΛΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΡΚΕΙ ΕΩΣ ΤΑ ΞΗΜΕΡΩΜΑΤΑ. ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ ΞΕΝΥΧΤΟΥΣΑΝ ΚΑΙ ΟΛΟ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΕΦΤΙΑΧΝΑΝ ΓΛΥΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΚΑΛΑ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΔΙΑ ΠΟΥ ΘΑ ΕΧΟΝΤΟΥΣΑΝ ΝΑ ΧΤΥΠΗΣΟΥΝ ΥΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΤΟΥΣ. ΠΙΣΤΕΥΑΝ ΠΩΣ ΑΥΤΟ ΦΕΡΝΕΙ ΚΑΛΗ ΤΥΧΗ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙΚΟ.

    Το Χριστόξυλο, έθιμο της βορείου Ελλάδας
    Στα χωριά της βορείου Ελλάδας, ο νοικοκύρης ψάχνει στα χωράφια τις παραμονές των γιορτών και διαλέγει το Χριστόξυλο, δηλαδή το πιο όμορφο, γερό και χοντρό ξύλο από πεύκο ή ελιά, που θα το πάει σπίτι του, με σκοπό να καίει συνέχεια στο τζάκι από τα Χριστούγεννα μέχρι και τα Φώτα. Ο λαός πιστεύει ότι καθώς καίγεται το Χριστόξυλο, ζεσταίνεται ο Χριστός στην κρύα σπηλιά της Βηθλεέμ.
    Πριν ο νοικοκύρης φέρει το Χριστόξυλο, κάθε νοικοκυρά φροντίζει να έχει καθαρίσει καλά το σπίτι και με ιδιαίτερη προσοχή το τζάκι, ώστε να μη μείνει ούτε ίχνος από την παλιά στάχτη. Καθαρίζουν ακόμη και την καπνοδόχο, για να μη βρίσκουν πατήματα να κατέβουν οι καλικάντζαροι, τα κακά δαιμόνια, όπως λένε στα παραδοσιακά χριστουγεννιάτικα παραμύθια.
    Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, όταν όλη η οικογένεια θα είναι μαζεμένη γύρω από το τζάκι, ο νοικοκύρης του σπιτιού θα ανάψει την καινούρια φωτιά και θα μπει στην πυροστιά το Χριστόξυλο, με ευχή όλων να αντέξει για όλο το δωδεκαήμερο των γιορτών.
    Η σφαγή του γουρουνιού στη Θράκη
    Σαν ιεροτελεστία γινόταν σε κάθε οικογένεια η σφαγή του γουρουνιού, το οποίο εξέτρεφαν για το σκοπό αυτό. Το γουρούνι αναλάμβαναν να το σφάξουν οι άντρες του σπιτιού την παραμονή των Χριστουγέννων. Τα μέλη της οικογένειας αντάλλαζαν μεταξύ τους ευχές. Το χοιρινό κρέας αποτελούσε το κύριο φαγητό στο χριστουγεννιάτικο γεύμα, όπως άλλωστε και σήμερα. Επίσης, έφτιαχναν λουκάνικα από το γουρούνι, τα οποία κρεμούσαν μέχρι να στεγνώσουν, ενώ το λίπος του γουρουνιού το αποθήκευαν σε δοχεία και το χρησιμοποιούσαν στη μαγειρική.

    Οι μωμόγεροι, έθιμο της Βόρειας Ελλάδας
    Η λαϊκή φαντασία οργιάζει στην κυριολεξία σχετικά με τους Καλικάντζαρους, που βρίσκουν την ευκαιρία να αλωνίσουν τον κόσμο από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα, τότε δηλαδή που τα νερά είναι «αβάφτιστα». Η όψη τους τρομακτική, οι σκανδαλιές τους απερίγραπτες και ο μεγάλος φόβος τους η φωτιά.
    Στις περιοχές της Μακεδονίας, Θράκης και Θεσσαλίας εμφανίζεται το έθιμο των μεταμφιέσεων, που φαίνεται πως έχει σχέση με τους καλικάντζαρους. Οι μεταμφιεσμένοι, που λέγονται Μωμόγεροι, Ρογκάτσια ή Ρογκατσάρια, φοράνε τομάρια ζώων (λύκων, τράγων κλπ) ή ντύνονται με στολές ανθρώπων οπλισμένων με σπαθιά. Γυρίζουν στο χωριό τους ή στα γειτονικά χωριά, τραγουδούν και μαζεύουν δώρα. ¶μα συναντηθούν δυο παρέες, κάνουν ψευτοπόλεμο μεταξύ τους, ώσπου η μία ομάδα να νικήσει και η άλλη να δηλώσει υποταγή.

    Τσιτσί (Τυχερό Έβρου)
    Τα "τσιτσί" συνδέονται με τον ερχομό των καλικάντζαρων στον επάνω κόσμο και παρομοιάζονται με πολύ μεγάλες γάτες, οι οποίες εμφανίζονται το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων και προκαλούν ζημιές σε όσα σπίτια δεν προσφέρουν λεφτά, όταν χτυπούν στους τοίχους τους. Ανήμερα τα Χριστούγεννα χτυπούν οι καμπάνες σημαίνοντας το τέλος της κυριαρχίας αυτών των πλασμάτων, ενώ τα παιδιά του χωριού περιφέρονται με το τσατάλ, βέργα με διχάλα στο ένα άκρο της, και ένα ταψί στο οποίο συγκεντρώνουν τα κεράσματα και τραγουδούν "Τσιτσί κολουντρί χάπε ντέρε σε ιγκούδιν" (δηλαδή: Τσιτσί κολουντρί ανοίξτε την πόρτα, γιατί ξημέρωσε). Στο παρελθόν, εκείνοι που δεν άνοιγαν την πόρτα τους τιμωρούνταν παραδειγματικά με τη μεταφορά κάποιου αντικειμένου από την αυλή τους στο δρόμο ή στην πλατεία του χωριού. Σήμερα η σκανταλιά έχει μεγαλύτερη σημασία από αυτό καθαυτό το κέρασμα.

    Το σπάσιμο του ροδιού
    Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, η οικογένεια πηγαίνει στην εκκλησία και ο νοικοκύρης κρατάει στην τσέπη του ένα ρόδι, για να το λειτουργήσει. Γυρνώντας σπίτι, πρέπει να χτυπήσει το κουδούνι της εξώπορτας – δεν κάνει να ανοίξει ο ίδιος με το κλειδί του – και έτσι να είναι ο πρώτος που θα μπει στο σπίτι, για να κάνει το καλό ποδαρικό, με το ρόδι στο χέρι. Μπαίνοντας μέσα, με το δεξί, σπάει το ρόδι πίσω από την εξώπορτα, το ρίχνει δηλαδή κάτω με δύναμη, για να σπάσει και να πεταχτούν οι ρώγες του παντού και ταυτόχρονα λέει: "με υγεία, ευτυχία και χαρά το νέο έτος κι όσες ρώγες έχει το ρόδι, τόσες λίρες να έχει η τσέπη μας όλη τη χρονιά".
    Τα παιδιά μαζεμένα γύρω-γύρω κοιτάζουν οι ρώγες, αν είναι τραγανές και κατακόκκινες. Όσο γερές κι όμορφες είναι οι ρώγες, τόσο χαρούμενες κι ευλογημένες θα είναι οι μέρες που φέρνει μαζί του ο νέος χρόνος.


    Συνημένες Εικόνες Συνημένες Εικόνες  
    Τελευταία επεξεργασία από το χρήστη monogramma59 : 27-09-08 στις 19:48

  3. Ευχαριστούν τον/ην monogramma59, οι :

    lekas106 (11-12-09)

  4. #3
    Blogthean
    Δεν έχει οριστεί status
     
    Το avatar του χρήστη monogramma59
    Εγγραφή
    18-06-2008
    Περιοχή
    ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗ
    Μηνύματα
    984
    Blogthea Money
    31.858
    Ευχαριστώ
    872
    Ευχαριστήθηκε 2.060 Φορές σε 574 Posts

    Wink ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ

    Τα ''Γκαλέσπερα''

    ΜΕΡΟΣ:Γ
    Του χωριού Λοφάριο Ροδόπης
    Στη Θράκη ο βαρύς χειμώνας κλείνει μέσα τους πάντες και τα πάντα.
    Οι μανιασμένοι παγωμένοι βοριάδες που κατεβαίνουν από τη Μαυροθάλασσα και σφυρίζουν γοερά και μάχονται σα θηρία ανήμερα προς άλλα στοιχεία, όλα τα παγώνουν, όλα τα κρυσταλλώνουν κι όλα τα νεκρώνουν.
    'Ολη η γη σκεπασμένη με το ολόασπρο πέπλο της, το χιόνι, καρτεράει την άνοιξη που θα της δώσει και πάλι την ομορφιά της. Από τα σπίτια οι ζαμπούνες (κρύσταλλα) κρέμονται σαν σκονισμένα σπαθιά, ενώ ο πεινασμένος και παγωμένος σπουργίτης αγωνίζεται να βρει κάποιο σπειρί που τυχόν περίσεψε από τις κότες που τάισε η νοικοκυρά• παράλληλα δε φωνάζει για να τον λυπηθεί κάποιος χτυπώντας και τα φτερά του για να ζεσταθεί.
    Και μέσα σ' αυτή τη μπόρα φτάνουν τα Φώτα κι ο Φωτισμός.
    Οι χαρούμενες φωνές των παιδιών της Θράκης που ακούστηκαν στα Κάλαντα των Χριστουγέννων και τής Πρωτοχρονιάς ακούγονται και τη μέρα αυτή, πιο ζωηρά και πιο χαρούμενα, γιατί τη μέρα αυτή φωτίστηκαν και μαζί τους φυσικά όλη η φύση.
    'Ετσι, τ' ακούμε να τραγουδούν:
    'Ηρθανε τα Φώτα κι ο Φωτισμός Αύριο της Κεράς μας της Παναγιάς.
    Παναγιά Κονόμα και στα κεριά και στα θυμιατουρια καλάντισμα.
    'Αη Γιάννη αφέντη και Πρόδρομε, Θέλω να βαφτίσω Θεού παιδί να το βγάλω Δρόσο και Λίβανο, ν' αγιαστούν οι κάμποι και τα νερά, ν' αγιαστεί κι αφέντης με την Κερά.
    Το παραπάνω κάλαντο είναι ένα από τα καλλίτερα της Θράκης και είναι σχεδόν από τα πιο παλιά.
    Μοιάζει σαν απολυτίκιο "ως των Αποστόλων πρωτόθρονοι και της Οικουμένης διδάσκαλοι".
    Η μουσική του είναι κάτι το ξεχωριστό και τούτο στο οξύτονο τέρμα των στίχων του.
    Evώ όμως σ' όλη τη Θράκη ακούμε να τραγουδούν το κάλαντο αυτό, καθώς και άλλα πολλά, στο χωριό Λοφάριο της Ροδόπης, που βρίσκεται 26 περίπου χιλιόμετρα στα Ανατολικά της Κομοτηνής και που οι κάτοικοί του είναι όλοι πρόσφυγες από τα χωριά της περιοχής Μακράς Γέφυρας (Ουζούν Κιοπρού) Ανατολικής Θράκης, τα παλληκάρια, και όχι τα μικρά παιδιά, τραγουδούν κάτι άλλο, κάτι πιο ασυνήθιστο.
    Τραγουδούν τα "ΓκαλέσπεραΆ'.
    Είναι ένα από τα πιο γραφικά έθιμα της περιοχής, αλλά και ολόκληρης της Θράκης θα μπορούσαμε να πούμε, αφού το έθιμο δεν συναντάται πουθενά αλλού. Evώ όλο το Δωδεκαήμερο τα μικρά παιδιά τραγουδούν τα Χριστουγεννιάτικα και τα Πρωτοχρονιάτικα κάλαντα, τα παλληκάρια συγκεντρωμένα πότε στου ενός και πότε στου άλλου το σπίτι, ετοιμάζονται για τη μεγάλη εξόρμηση, ετοιμάζονται για τα "Γκαλέσπερα".
    Κάνουν κάθε μέρα πρόβες προκειμένου να παρουσιάσουν κάτι καλύτερο από τον προηγούμενο χρόνο. Μόλις σουρούπωνε, πρώτος και καλύτερος, έφτανε στο σπίτι του Αρχιγκαλεσπερά ο Γκαϊντατζής έχοντας τη γκάϊντα του κάτω από τη μασχάλη. Δεν περίμενε να τον κεράσουν για ν' αρχίσει να παίζει το ζωναράδικο χορό. Το κέφι του το κουβαλούσε μαζί με τη γκάϊντα του. Οι πρώτοι ήχοι της πολυφουσκωμένης γκάϊντάς του έδιναν το έναυσμα για χορό. Χορός που ήταν μόνο για τους Γκαλεσπεράδες, οι υπόλοιποι θα καθήσουν στα σπίτια τους για ν' ακούσουν το τραγούδι τους.
    Όταν συγκεντρώνονταν όλοι η παρέα ξεκινούσε και χορεύοντας πήγαιναν στο σπίτι του παπά και στη συνέχεια στο σπίτι του προέδρου. Το πρώτο τραγούδι που τραγουδούσαν ήταν τ' Αφέντη :
    Γκαλέσπερα, γκαλέσπερα, γκαλέσπερα ντα Φώτα, ιδώ μας έστλαν κι' ρθαμει σι τουτουν τουν αφέντ' μας. Αφέντην μ' αφιντίτσι μας, πέντε φουρές αφέντη.
    Αφέντης μας στην ταύλα του χρυσή καντήλα καίει.
    Σαν βάνει λάδι και κερί φέγγει τον κοσμο όλο, Σαν βάνει λάδι μοναχο φέγγει την αφεντιά του. Αφέντης μας πουκμήθηκε γυρεύβ' να ξιαγρυπνήσει Γυρεύ'τα μήλα δώδεκα νεράντζια δεκαπέντε Κι ένα καφκί ροϊδόσταγμο να πιει να ξιαγρυπνίσει Σαν τούπιε κι ξιαγρύπνησε το μαύρο του γυρεύει Γυρεύ'τη σέλλα ν'αργυρή του γκέμι ασημένιο Κι στα σκαλουπατήματα σπέρνει μαργαριτάρια.
    Από την ώρα που οι "Γκαλεσπεράδες" μπουν στην αυλή του σπιτιού, όλη η οικογένεια κάθεται στην πόρτα και ακούνε τα "Γκαλέσπερα". Και αυτό φυσικά γίνεται γιατί ο καθένας θ' ακούσει το τραγούδι του. Μετά από το τραγούδι τ' Αφέντ' αρχίζει το τραγούδι της Κυράς το οποίο είναι ένας ύμνος γι' αυτήν. Εκθειάζει όλα της τα κάλλη καθώς και τις αρετές της.
    Τα τραγούδια αυτά με την ποιητική τους ομορφιά αποτελούν τα πιο άξια στολίδια της νεοελληνικής λαϊκής μούσας μας σχεδόν σε όλο το Πανελλήνιο και θα ήταν, άν μη τι άλλο, έγκλημα αν δεν γινόταν κάποια προσπάθεια περισυλλογής από κάθε αρμόδιο.
    Ευτυχώς τα "Γκαλέσπερα", μετά από μια κοπιώδη προσπάθεια του γράφοντα και των αρμοδίων του Ραδιοφωνικού Σταθμού Θράκης (Κομοτηνής) έχουν ηχογραφηθεί και βρίσκονται στο Σταθμό.
    'Ομως, ας ακούσουμε τους "Γκαλεσπεράδες" τι λένε για την Κερά, τη νοικοκυρά του σπιτιού:
    Σων' απούπαμε για τον Αφέντ', ας πούμ' και της Κεράς μας. Κυρά μας ρούσσα ροϊδανή, ξιάσπιρ' σαν πιριστέρα, Κυρά μ' σαν ντα στουλίζησει στην εκκλησιά να πάγεις, Βάνεις τουν ήλιου πρώσουπου κι του φιγγάρ' αστήθη Κι τουν καθάργιου ουρανο τουν βάνεις δαχτυλίδι Καλί λαμπίμ' του δάχτυλους σ' παίρνει του δαχτυλίδι, Πώχεις και τα ξανθά μαλλιά σαράντα πέντε πήχες. Στους ουρανούς τα γύδιαζαν στους κάμπους τα τυλίγαν, Στη μέσ' τη μέσ' τη Θάλασσα καθοταν και τα πλέκαν. Τρεις ρωμιοπούλες τ' άπληκαν κι πέντι φραγκοπούλες, Στη μέση βάλουν του σταυρό στην άκρη τ' Αϊβαγγέλιο Και στ' αργυρό κομποδιασμα βάλουν την Παναγία. Στη συνέχεια, και χωρίς καμιά διακοπή τραγουδούν το τραγούδι του παλληκαριού ή της κοπέλλας. Δεν πρέπει να καθυστερούν, γιατί το χωριό είναι μεγάλο και δεν θέλουν να κάνουν τους συγχωριανούς τους να περιμένουν μέχρι τις πρωινές ώρες.
    Κανένας στο Λοφάριο δεν κοιμάται τη νύχτα αυτή αν δεν περάσουν οι "Γκαλεσπεράδες". 'Επειτα, η παράδοση λέει πως πρέπει να περάσουν απ' όλα τα σπίτια για το καλό της χρονιάς. 'Ετσι λοιπόν ακούμε να τραγουδούν: Σών' απούπαμε για την Κερά; ας πούμ' κι τ' Αρχοντόπλα. Ιδώ είν' ο γιος της καλογιός, της καλοθυγατέρας Γυρεύει νύφη ξακουστή γαμπρό γραμματισμένο, Νάχει το μάτι σαν ελιά, το φρύδι σαν γαϊτάνι, Νάχει και το ματόφρυδο σαν φράγκικο δοξάρι.
    Τα τραγούδια τα τραγουδάνε χωρισμένοι σε δυό ομάδες, αριστερά και δεξιά της πόρτας, λέγοντας κάθε ομάδα από μια στροφή.
    'Οταν τελειώσει και το τραγούδι των νέων του σπιτιου όλοι μαζί τραγουδούν:
    'Ο,σ' άστρα είναι στον ουρανό, λουλοϋδια απ',τους κάμπους τόσα καλά να δώσ' Θεός ιδώ που τραγουδοϋμει Ύστερα από την τραγουδισμένη αυτή ευχή δίνει κι ο Αρχιγκαλεσπεράς μια άλλη που οι Λοφαριώτες τη λένε "Ντουβά".
    Λέει λοιπόν o Αρχηγός: Πήραμει που τουν αφέντ' μας ένα φοϋρνου ψουμί, πενήντα χρυσά φλουριά κι ένα θρεφτο. Πάντα να έχ' να δίν. Χέρ', πουδάρ' κιφάλ, καρδιά να μη τουν πουνέσ' . Πέτει παλληκάρια μ' κι τη χρον' .
    Και όλοι μαζί φωνάζουν: Κι τη χρόν' . Εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε πως στο χωριό υπήρχαν φτωχοί και ιδιαίτερα τσιγγοϋνηδες που έδιναν λίγα χρήματα, κάτι που δυσαρεστούσε τους "Γκαλεσπεράδες". Τότε ο αρχιγκαλεσπεράς λέγοντας αυτά που έδωσε ο Αφέντσ' στο τέλος αντί να πει "χέρ', πουδάρ' κιφάλ' καρδιά να μη τουν πουνέσ "έλεγε: "Χέρ', πουδάρ', κιφάλ' καρδιά να μη τουν πουμείν " . Δώρα που έδιναν οι Λοφαριώτες ήταν χρήματα, μια κουλούρα, ειδικά φτιαγμένη για τους "Γκαλεσπεράδες" καθώς και κρέας ή λουκάνικα χοιρινά που τις μέρες εκείνες έκαναν.
    Γι' αυτό άλλωστε ο αρχιγκαλεσπεράς αναφέρει το φοϋρνο με τα ψωμιά, τα χρυσά φλουριά και το θρεφτο. Τα τραγούδια όμως των "Γκαλεσπεράδων" δεν τέλειωναν εδώ. Υπήρχε και το τραγούδι του ξένου. Του ανθρώπου που για οποιοδήποτε λόγο βρέθηκε σε κάποιο σπίτι ή στο δρόμο. Κι αυτός έπρεπε ν' ακούσει το τραγούδι του και φυσικά να κεράσει τα παλληκάρια.
    Ετσι, άκουγε κι αυτός το τραγούδι του:
    Δεν έπρεπε αφέντη μου νάσαν σε τοϋτ' τη χώρα, Μόν' έπρεπε αφέντη μου νάσαν σε πολιτεία, Να όριζες τη Βενετιά και τη μισή την Πολη, Τη Βενετιά για τα φλουριά, την Πολη για τα γροσια. Να κοσκινίζεις τα φλουριά, να δρεμονάς τα γρόσια, Κι αυτά τα κοσκινίσματα κέρνα τα παλληκάρια, Κέρνατα αφέντη μ' κέρνατα, πέντε φορές το ένα.
    Το γύρισμα του χωριού από τους "Γκαλεσπεράδες" κρατούσε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Όταν τελείωναν πήγαιναν και πάλι στο σπίτι του αρχιγκαλεσπερά για να δουν τι μάζεψαν και να συνεννοηθούν ποια ώρα και σε ποιο καφενείο του χωριού θα μαζευτούν για να γλεντήσουν. Στο γλέντι έπαιρνε μέρος σχεδόν όλο το χωριό.
    Ενώ στην αρχή γλεντούσαν μέσα στο καφενείο όσο περνούσε ο χρόνος και έρχονταν στο κέφι έβγαιναν στην πλατεία του χωριού, όπου έπαιρναν μέρος στο γλέντι οι γέροι, και τα μικρά παιδιά. Τελειώνοντας θα πρέπει να πούμε πως όταν οι "Γκαλεσπεράδες" τελείωναν το γύρο του χωριού είχαν "φτιαγμένο" το κεφάλι γιατί όλοι οι νοικοκυραίοι τους κερνούσαν το πιοτό της αρεσκείας τους που πάντα ήταν κρασί ή ρακί φτιαγμένο από τους ίδιους τους Λοφαριώτες
    Η Γουρουνοχαρά


    Ένα από τα σημαντικότερα χριστουγεννιάτικα έθιμα της Θεσσαλίας είναι το σφάξιμο του γουρουνιού.
    Πριν το 1940, πολλές οικογένειες έκαναν τα πάντα για να έχουν τον μεγαλύτερο χοίρο, δίνοντάς του να φάει αλεσμένο καλαμπόκι, πίτουρο, ζεστό νερό και αλάτι. Ήταν η εποχή που οι οικογένειες εξέτρεφαν τα χοιρινά για το κρέας και το λίπος τους. Όταν μάλιστα η οικογένεια είχε πολλά μέλη, το γουρούνι έπρεπε να παχύνει πολύ ώστε το λίπος του να είναι αρκετό. Η προετοιμασία για το σφάξιμο του γουρουνιού γινόταν με εξαιρετική φροντίδα, ενώ επακολουθούσε γλέντι μέχρι τα ξημερώματα, για να επαναληφθεί η ίδια διαδικασία την επόμενη και τη μεθεπόμενη μέρα.
    Τρεις-τέσσερις συγγενικές οικογένειες καθόριζαν με τη σειρά ποια ημέρα θα έσφαζε το γουρούνι της...
    Για κάθε σφαγή μεγάλου γουρουνιού απαιτούνταν 5-6 άνδρες, εκτός των παιδιών, που έφταναν πολλές φορές τα 20-25. Επειδή όμως η όλη εργασία είχε ως επακόλουθο το γλέντι και τη χαρά, γι' αυτό και η ημέρα αυτή καθιερώθηκε ως "γουρουνοχαρά ή γρουνουχαρά". Όταν μάλιστα προσκαλούσαν κάποιον την ημέρα αυτή, δεν έλεγαν "έλα να σφάξουμε το γουρούνι", αλλά "έλα, έχουμε γουρουνοχαρά".
    Το σφάξιμο των γουρουνιών δεν συνέπιπτε τις ίδιες ημερομηνίες κατά περιφέρειες.
    Σε άλλες περιοχές τα έσφαζαν 5-6 ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα και σε άλλες άρχιζαν από την ημέρα των Χριστουγέννων και μετά, ανάλογα με την παρέα.
    Οι περιοχές που έσφαζαν τα γουρούνια μετά τα Χριστούγεννα, το επειδή πριν νήστευαν και ήθελαν να μεταλάβουν, χωρίς να έρθουν σε επαφή με τη μυρωδιά του κρέατος. Επίσης, ήθελαν να διασκεδάσουν με ένα καλό φαγοπότι, κάτι που τους απαγόρευε η νηστεία, την οποία τηρούσαν.
    Τα περισσότερα γουρούνια σφάζονταν στις 27 Δεκεμβρίου, ημέρα του Αγίου Στεφάνου.
    Γι' αυτό και η γιορτή αυτή ονομαζόταν "γρουνοστέφανος ή γουρουνοστέφανος". Υπάρχουν όμως και μικρές περιοχές που τα έσφαζαν ένα μήνα ή και περισσότερο, μετά τα Χριστούγεννα.
    Η εργασία ήταν σκληρή και ο σφαγέας έπρεπε να είναι καλός τεχνίτης. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις αναγκαζόταν να χρησιμοποιήσει τσεκούρι για να αποκόψει την καρωτίδα. Πολλές φορές, για ορισμένους λόγους, προπαντός υγείας ή προληπτικούς, το τουφέκιζαν με το όπλο "γκρα" και έμενε στον τόπο, ενώ με πιστόλι τραυματισμένο πολλές φορές το έβαζε στα πόδια. Υπήρχαν περιπτώσεις που δεν το πετύχαιναν, οπότε το γουρούνι έτρεχε να ξεφύγει έως ότου το αποτελείωναν και με άλλες τουφεκιές. Επίσης, το γδάρσιμο απαιτούσε χέρι δυνατό και τεχνικό για να μην κάνει τρύπες, δεδομένου ότι το δέρμα αυτό το χρησιμοποιούσαν και έκαναν τα λεγόμενα γρουνοτσάρουχα, που τα φορούσαν για όλο το χρόνο και προπαντός στα χωράφια. Μετά το γδάρσιμο, άρχιζε το κόψιμο του λίπους (παστού), για να γίνει έπειτα το κόψιμο του κρέατος σε μικρά τεμάχια.
    Το αλάτιζαν και το έβαζαν σε πιθάρια για να το έχουν σαν ένα από τα κύρια φαγητά τους τις παγωμένες νύχτες του χειμώνα. Παλιότερα, πριν από το 1920, το κρέας αυτό το τοποθετούσαν στο ίδιο το δέρμα του γουρουνιού.
    Αφού τελείωναν όλες τις δουλειές, καταπιάνονταν ύστερα με το γέμισμα των λουκάνικων, για τα οποία έδειχναν ιδιαίτερη επιμέλεια. Το κρέας το έκοβαν κομματάκια με ψαλίδια ή μαχαίρια.
    Τ ο έπαιρναν κυρίως από τα πλευρά και το φιλέτο και γι' αυτήν τη δουλειά ασχολούνταν κυρίως αγόρια και κορίτσια 10-15 χρονών. Αυτό το κομμένο κρέας το έριχναν και έβραζε σε μικρό καζανάκι (σύβρασμα) μαζί με κομμένα πράσα και διάφορα μπαχαρικά, τα οποία έκαναν τα λουκάνικα να ευωδιάζουν. Γι' αυτή τη δουλειά όλοι οι άντρες ήταν καθισμένοι γύρω από το καζάνι, και όταν κρύωνε λίγο, άρχιζαν με τους γεμιστήρες (κοκκαλάρια) να γεμίζουν τα λουκάνικα. Ενώ που έβραζε το κρέας, η φωτιά με τα κούτσουρα δούλευε και οι μπριζόλες ψήνονταν για να τις γευθούν όλοι οι συγγενείς και φίλοι της "γουρουνοχαράς". Συγχρόνως, η νοικοκυρά ετοίμαζε τα διάφορα και πλούσια φαγητά, πίτες και μαγειρεμένο κρέας δύο-τριών ειδών, για να περιποιηθεί όλους τους καλεσμένους της γουρονοχαράς.
    Το στρώσιμο του τραπεζιού δεν αργούσε και τα πιάτα με τα φαγητά ακολουθούσαν το ένα το άλλο. Μετά το φαγητό, συνέχιζαν το κρασί και άρχιζαν τα τραγούδια, προπαντός τα κλέφτικα και το χορό. Την επόμενη όμως μέρα είχαν πάλι γουρνοχαρά στο σπίτι κάποιου από την παρέα. Έτσι η γιορτή διαρκούσε μέρες και οι άνθρωποι γλεντούσαν με την ψυχή τους.Αυτές τις ημέρες, αν περνούσε κανείς από κάποιο χωριό το βράδυ, θα άκουγε τουλάχιστον σε 30-40 σπίτια τα τραγούδια και τις φωνές της γουρουνοχαράς. Τα παλαιότερα χρόνια τα γλέντια αυτά τα συνόδευαν πάντοτε πυροβολισμοί, που ενθουσίαζαν πιο πολύ τους γλεντζέδες.
    Η γουρουνοχαρά κράτησε, με όλη την αίγλη της, μέχρι το 1940. Συνεχίστηκε βέβαια και αργότερα, μέχρι το 1955, αλλά τα μεγάλα γεγονότα, Κατοχή και εμφύλιος πόλεμος, ανέκοψαν τον ενθουσιασμό και ανέτρεψαν μια παραδοσιακή συνήθεια που κράτησε πολλούς αιώνες.
    Το λίπος, το λεγόμενο παστό, το έκοβαν μικρά κομματάκια και το έλιωναν μέσα σε καζάνι, που έβραζε κάτω από μεγάλη φωτιά. Για να λιώσει το παστό, η νοικοκυρά πάσχιζε πραγματικά, επί 2-3 ημέρες, ανάλογα με την ποσότητά του. Η φωτιά έπρεπε να καίει με ένταση χωρίς να ελαττώνεται καθόλου, ώστε το λιώσιμο να γίνεται κανονικά για κάθε καζάνι. Αφού άδειαζε το ρευστό λίπος στο δοχείο, έμεναν τα υπολείμματα, μικρά τεμάχια που όχι μόνο δεν τα πετούσαν, αλλά αποτελούσαν τους καλύτερους μεζέδες για όλους. Αυτά τα ροδοκοκκινισμένα κομματάκια, ιδιαίτερα ελκυστικά και γευστικά για πολλούς, ήταν οι τσιγαρίδες. Το γουρουνίσιο κρέας γινόταν μαγειρευτό αλλά ο καλύτερος μεζές του ήταν ο σουφλιμάς στη θράκα με μπόλικη ρίγανη και η τηγανιά, μικρά κομμάτια χοιρινού στο τηγάνι με κοκκινοπίπερο και ρίγανη.
    Το λιωμένο λίπος το έβαζαν σε δοχεία λαδιού ή πετρελαίου και αφού πάγωνε, διατηρούνταν σχεδόν όλο το χρόνο. Οι κάτοικοι της Θεσσαλίας το χρησιμοποιούσαν όλο το χρόνο και σε όλα σχεδόν τα φαγητά. Υπήρχαν μάλιστα περιπτώσεις που πολλοί δεν το αντικαθιστούσαν με τίποτα. Ακόμα και το καλοκαίρι στα φαγητά τους χρησιμοποιούσαν λίπος, γιατί το θεωρούσαν δική τους παραγωγή και επομένως φθηνό, σε αντίθεση με το λάδι που το αγόραζαν μισή ή μια οκά για να περάσουν ένα και δυο μήνες.
    Επίσης, πολλές φτωχές οικογένειες δεν αγόραζαν καθόλου λάδι και δεν ήξεραν ούτε ποιο είναι το χρώμα του.

    Κλωνάρια στο τζάκι"
    Στη Θεσσαλία, επιστρέφοντας από την εκκλησία στο σπίτι, τα κορίτσια έβαζαν παραδίπλα στο αναμμένο τζάκι κλωνάρια κέδρου που τα ξεδιάλεγαν, ενώ τα αγόρια τοποθετούσαν κλαδιά από αγριοκερασιά.
    Τόσο τα κορίτσια όσο και τα αγόρια φρόντιζαν τα κλωνάρια αυτά να είναι λυγερά, αφού αντιπροσώπευαν προσωπικές τους επιθυμίες για την πραγματοποίηση μιας όμορφης ζωής. Παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον ποιο κλωνάρι θα καιγόταν πρώτο και τότε έλεγαν πως αυτό ήταν καλό σημάδι για το κορίτσι ή το αγόρι, και συγκεκριμένα πως θα παντρευόταν πρώτο.

    Το Χριστουγεννιάτικο δέντρο
    Πόσο "ελληνικό" είναι το χριστουγεννιάτικο δέντρο ;
    Πότε, πώς και γιατί χρησιμοποιήθηκε το χριστουγεννιάτικο δέντρο σαν σύμβολο;
    Σύμφωνα με μερικούς ερευνητές, οι χριστουγεννιάτικες γενικά δοξασίες και παραδόσεις, αποτελούν ένα μίγμα από κατάλοιπα της λατρείας του Σατούρνο (μιας θεότητας που ταυτίζεται με τον Κρόνο) κι άλλων δοξασιών που αναμίχθηκαν με τις χριστιανικές, για να ξεχαστεί στο πέρασμα των αιώνων η αρχική τους προέλευση. Τον 4ο αιώνα μ.Χ. η 25η Δεκεμβρίου καθιερώθηκε ως η μέρα της Γέννησης του Χριστού και ταυτόχρονα σαν η πρώτη μέρα του χρόνου.
    Ωστόσο υπάρχουν μαρτυρίες ότι τα Χριστούγεννα γιορτάζονταν στη Ρώμη στις 25 Δεκεμβρίου από το 336. Κι η ίδια αυτή μέρα ήταν κι η Πρωτοχρονιά.
    Το δέντρο, σαν χριστουγεννιάτικο σύμβολο, χρησιμοποιήθηκε μετά τον 8ο αιώνα.
    Εκείνος που καθιέρωσε το έλατο σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο ήταν, σύμφωνα με την παράδοση, ο ΄Αγιος Βονιφάτιος, που για να σβήσει την ιερότητα που απέδιδαν οι ειδωλολάτρες στη δρυ, έβαλε στη θέση του το έλατο, σαν σύμβολο χριστιανικό και ειδικότερα σαν σύμβολο των Χριστουγέννων. Φυσικά, στο πέρασμα των αιώνων, το νόημα του χριστουγεννιάτικου δέντρου πήρε αναρίθμητες μορφές.
    Κι αρχικά, για να συμβολίσει την ευτυχία που κρύβει για τον άνθρωπο η γέννηση του Χριστού, άρχισε να γεμίζει το δέντρο-σύμβολο με διάφορα χρήσιμα είδη, κυρίως φαγώσιμα κι αργότερα ρούχα κι άλλα είδη καθημερινής χρήσης, συμβολίζοντας έτσι πρακτικά την προσφορά των Θείων Δώρων, για να εξελιχτεί προοδευτικά σ' ένα απαραίτητο διακοσμητικό είδος της μέρας αυτής, που αργότερα πήρε και τη θέση της "Δωροθήκης"- του χώρου δηλαδή που σ'αυτόν τοποθετούσαν οι συγγενείς και φίλοι τα δώρα τους ο ένας για τον άλλο. Για την Αγγλία ο Τσαρλς Ντίκενς, ο συγγραφέας εκείνης της εποχής, φρόντισε να ξαναπάρουν τα Χριστούγεννα την παλιά χαρούμενη γιορταστική μορφή τους, όσο κανένας άλλος. Κι αν σήμερα σ'ολόκληρο τον κόσμο το χριστουγεννιάτικο δέντρο θυμίζει αυτή τη μέρα, αυτό σίγουρα οφείλεται στον Ντίκενς, που σε διάφορα έργα του και πιο πολύ ακόμα στις χριστουγεννιάτικες ιστορίες του, και το πασίγνωστο Κρίστμας Κάρολ, το προβάλλει σαν βασικό χριστουγεννιάτικο σύμβολο. Στην πατρίδα μας, το χριστουγεννιάτικο δέντρο το έφεραν για πρώτη φορά στην Αθήνα οι Βαυαροί.
    (το άρθρο αυτό είναι αναδημοσίευση από την ηλεκτρονική βιβλιοθήκη του Ελληνοαερικανικού Εκπαιδευτικού ιδρύματος) Το στόλισμα του χριστουγεννιάτικου δέντρου είναι η ουσία των Χριστουγέννων.
    Το έθιμο αυτό έχει ξενική προέλευση και όπως λέγεται το εισήγαγαν οι Βαυαροί.
    Για πρώτη φορά στολίστηκε δέντρο στα ανάκτορα του 'Οθωνα το 1833 και μετά στην Αθήνα. Από το Β' παγκόσμιο πόλεμο και μετά το δέντρο με τις πολύχρωμες μπάλες μπήκε σε όλα τα ελληνικά σπίτια.
    Πρόδρομος του χριστουγεννιάτικου δέντρου είναι το χριστόξυλο ή δωδεκαμερίτης ή σκαρκάνζαλος ένα χοντρό ξύλο δηλαδή από αχλαδιά ή αγριοκερασιά.
    Τα αγκαθωτά δέντρα, κατά τη λαϊκή αντίληψη, απομακρύνουν τα δαιμονικά όντα, όπως τους καλικάντζαρους. Οι πρόγονοί μας τοποθετούσαν το χριστόξυλο στο τζάκι του σπιτιού την παραμονή των Χριστουγέννων.
    Η στάχτη των ξύλων προφύλασσε το σπίτι και τα χωράφια από κάθε κακό. Το χριστόξυλο αντικαταστάθηκε από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, το οποίο από τη Γερμανία εξαπλώθηκε και ρίζωσε και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, για να ταξιδέψει στη συνέχεια στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
    Ωστόσο, κάποιοι υποστηρίζουν ότι η προέλευσή του δεν είναι γερμανική.
    Ο καθηγητής Χριστιανικής Αρχαιολογίας Κώστας Καλογύρης υποστηρίζει ότι το έθιμο του δέντρου έχει ανατολίτικη προέλευση.
    Την άποψη του στηρίζει σε ένα συριακό κείμενο που υπάρχει σε χειρόγραφο στο Βρετανικό Μουσείο. Το κείμενο αναφέρεται σε έναν ναό που έχτισε το 1512 ο Αναστάσιος ο 'Α στα βόρεια της Συρίας και στον οποίο υπήρχαν δύο μεγάλα ορειχάλκινα δέντρα.
    Σύμφωνα με μια άλλη παράδοση, το στόλισμα του δέντρου καθιερώθηκε από τον Μαρτίνο Λούθηρο, ο οποίος, περπατώντας τη νύχτα στα δάση και βλέποντας τα χειμωνιάτικα αστέρια να λάμπουν μέσα στα κλαδιά, συνέλαβε την ιδέα της τοποθέτησης ενός φωτεινού δέντρου στο σπίτι του, που θα απεικόνιζε τον έναστρο ουρανό απ' όπου ο Χριστός ήρθε στον κόσμο. Ομως σε μερικά μέρη όπως στη Λέσβο το χριστουγεννιάτικο δέντρο δεν είναι από έλατο αλλά από κλαδί ελιάς το οποίο το στολίζουν με χρυσωμένα πορτοκάλια, καρύδια και διάφορα παιχνίδια. Πολλές φορές αντί για κλαδί ελιάς στολίζουν ξύλινα καραβάκια.
    Στην πόλη της Χίου την παραμονή της Πρωτοχρονιάς υπάρχει ένα έθιμο, τα αγιοβασιλιάτικα καραβάκια. Σύμφωνα με αυτό, όποιες ενορίες επιθυμούν, κατασκευάζουν (βάσει μακέτας) πλοία, -πολεμικά ή εμπορικά- σε σμύκρινση. Αυτά συναγωνίζονται μεταξύ τους ως προς την ποιότητα κατασκευής και ως προς την ομοιότητα με τα πραγματικά πλοία, ενώ οι ομαδες, το πλήρωμα, του κάθε πλοίου τραγουδούν κάλαντα. Για να έρθουμε τώρα στις μέρες μας στο δίκτυο υπάρχουν διευθύνσεις για χριστουγεννιάτικα δέντρα.Εξάλλου το πλέον απαραίτητο αξεσουάρ των Χριστουγέννων είναι το ωραίο ελατάκι, αληθινό ή ψεύτικο, που φροντίζουμε να το στολίζουμε.
    Στην Αμερική, τη χώρα του υπερκαταναλωτισμού υπάρχουν φάρμες που μεγαλώνουν έλατα ειδικά γι' αυτή τη γιορτή.


    Συνημένες Εικόνες Συνημένες Εικόνες  
    Τελευταία επεξεργασία από το χρήστη monogramma59 : 27-09-08 στις 19:47

  5. Ευχαριστούν τον/ην monogramma59, οι :

    lekas106 (11-12-09)

  6. #4
    Blogthean
    Δεν έχει οριστεί status
     
    Το avatar του χρήστη monogramma59
    Εγγραφή
    18-06-2008
    Περιοχή
    ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗ
    Μηνύματα
    984
    Blogthea Money
    31.858
    Ευχαριστώ
    872
    Ευχαριστήθηκε 2.060 Φορές σε 574 Posts

    Wink ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ

    Χοιρινό κρέας

    ΜΕΡΟΣ:Δ

    Τα διάφορα εδέσματα φτιαγμένα από χοιρινό κρέας αποτελούν για πολλές περιοχές της Ελλάδας και κυρίως Κρήτη παράδοση στην διάρκεια των Χριστουγέννων.
    Μάλιστα κατά το παρελθόν, όταν ολόκληρη η οικογένεια τηρούσε με ευλάβεια την νηστεία των ημερών, που προηγούνταν της μεγάλης γιορτής, η εμφάνιση χοιρινού κρέατος μαγειρεμένου με διάφορους τρόπους και κυρίως σε πηχτή και λουκάνικο αποτελούσε εξαιρετικό γεγονός.
    'Ετσι κι αλλιώς η γαλοπούλα είναι ξενόφερτο έδεσμα που ακόμα και σήμερα δεν συγκεντρώνει την προτίμηση των Κρητικών σε αντίθεση με το χοιρινό που υπάρχει απαραίτητα σε κάθε τραπέζι.
    Σήμερα η συντριπτική πλειοψηφία των καταναλωτών προμηθεύεται το γευστικότατο χοιρινό κρέας από τα κρεοπωλεία ή τα σούπερ-μάρκετ, ενώ αν κοιτάξει κανείς δύο δεκαετίες πίσω θα δει πως οι περισσότερες οικογένειες στα χωριά αγόραζαν ζωντανά μικρά γουρουνάκια τα οποία "παρατάϊζαν" λίγους μήνες πριν τα Χριστούγεννα για να τα σφάξουν λίγο πριν τις γιορτές και να φτιάξουν λουκάνικα, πηχτή, χοιρομέρι, ψητό και πολλά άλλα εδέσματα. Μάλιστα στα χωριά της Κρήτης συνηθίζονταν η σφαγή των γουρουνιών να γίνεται την ίδια ημέρα, απ' όλους, γεγονός που αποτελούσε πανηγύρι για τα μικρά παιδιά, όσα βέβαια είχαν τη δύναμη ν' αντέξουν το σκληρό θέαμα της σφαγής. Το έθιμο διατηρείται ακόμη και σήμερα στην κοινότητα των Αγίων Δέκα όπου στις 23 του μηνός, ημέρα της εορτής των Αγίων Δέκα μαρτύρων, γίνεται ομαδικά η σφαγή των γουρουνιών, πράγμα που εντάσσεται στον γενικότερο εορτασμό για τους προστάτες-πολυούχους της περιοχής. Ορισμένοι υποστηρίζουν πως η σφαγή των γουρουνιών κατά τον τρόπο που γίνονταν παλαιότερα, αποτελούσε κατάλοιπο ειδωλολατρικής λατρείας.
    'Ετσι για παράδειγμα ο λαογράφος Κώστας Καραπατάκης στο βιβλίο του "Το δωδεκαήμερο, παλιά χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα" αναφέρει πως οι Ρωμαίοι θυσίαζαν χοίρους στους θεούς Δήμητρα και Κρόνο για να τους ευνοήσουν στην καλλιέργεια της γης.
    Αυτό συνέβαινε στο διάστημα από 17-25 Δεκεμβρίου, δηλαδή την περίοδο κατά την οποία γίνονταν η σφαγή των ζώων και μερικάχρόνια πριν το 1998.
    Ο χοίρος, όπως λέγεται το γουρούνι στην Κρήτη, έδινε στις οικογένειες κρέας για πολλούς μήνες. 'Αλλωστε το λουκάνικο και το χοιρομέρι διατηρούνται αρκετό χρόνο χωρίς να φυλαχθούν σε ψυγείο, ενώ τα υπόλοιπα μέρη από το ζώο πριν την εισαγωγή στη ζωή μας του ηλεκτρικού, είτε παστώνονταν με πολυ αλάτι, είτε γίνονταν πηχτή σε πήλινα δοχεία που επίσης διατηρούνταν για αρκετές εβδομάδες σε δροσερό μέρος.
    Σήμερα η χρήση των ηλεκτρικών ψυγείων έχει απλουστεύσει τα πράγματα σε σχέση με την διατήρηση του κρέατος, περιορίζοντας ταυτόχρονα τις προμήθειες που κάνει κάθε νοικοκυριό, αφού σε κάθε περίπτωση προτιμάται το φρέσκο από το κατεψυγμένο κρέας. Από τον χοίρο οι παλιές νοικοκυρές δεν πετούσαν ούτε κόκκαλο, αφού για όλα τα κομμάτια υπήρχε κι άλλη συνταγή και χρήση.
    Έτσι το κεφάλι και τα πόδια γίνονταν, και εξακολουθούν να γίνονται, πηχτή.
    Το συκώτι τηγανιτό, τα πλαϊνά μέρη τουχοιρινού μαζί με το δέρμα αποτελούσαν το χοιρομέρι.
    Το μεγαλύτερο τμήμα του ζώου, καθαρό κρέας αλλά και λίπος, προοριζόταν για τα λουκάνικα, τα οποία "κάπνιζαν" μαζί με το χοιρομέρι, στο τζάκι με κλαδιά κυπαρισσιού για να πάρουν ωραίο άρωμα και να τραβήξουν τα υγρά τους. Τα μεγαλύτερα κόκαλα απογυμνώνονταν από το πολύ κρέας και χρησιμοποιούνταν ως πρώτη ύλη για την παραγωγή ζωμού για σούπες, τα έντερα φυσικά χρησιμοποιούνταν για τα λουκάνικα .
    Σε πολλές περιοχές της Ελλάδας το χοιρινό κρέας χρησιμοποιούνταν κατά το παρελθόν ως πρώτη ύλη και για διάφορα γιατροσόφια ενώ κομμάτια του αποτελούσαν αντικείμενα μαντείας. Πιο συγκεκριμένα ο σφάχτης ή κάποιος ηλικιωμένος σε ρόλο χρησμοδότη μελετούσε τα σπλάγχνα του ζώου για να ερμηνεύσει τι σήμαιναν για το μέλλον, για την τύχη του σπιτιού, τις σοδειές, τον καιρό.
    Για παράδειγμα, αν η σπλήνα ήταν διπλωμένη, κάποιος από το σπίτι θα παντρευόταν και θα γινόταν "διπλός". Αν η σπλήνα ήταν φαρδιά στο πίσω μέρος, ο χειμώνας θα ήταν όψιμος, ενώ αν ήταν στο μπροστινό θα ήταν πρώιμος.
    Στα χωριά της δυτικής Μακεδονίας αφού ολοκληρωνόταν η σφαγή, το κρέας του γουρουνιού δεν θα έμπαινε στο σπίτι εάν πρώτα δεν το διάβαζε παπάς.
    Στον θεσσαλικό κάμπο έκοβαν το αριστερό πόδι του ζώου και το έβαζαν στο στόμα του "για να φάει τα πόδια του και όχι τον νοικοκύρη του σπιτιού".
    Σε χωριά της Λήμνου αλλά και των Τρικάλων, αν το γουρούνι ήτανμαύρο έπαιρναν αίμα με το δάχτυλο κι έκαναν ένα σταυρό στο μέτωπο για να μην έχουν πονοκεφάλους. Στην περιοχή της Θεσσαλονίκης έβαζαν ένα άσπρο αυγό στο αίμα του γουρουνιού και στη συνέχεια το τοποθετούσαν στο εικονοστάσι για να μην τους "πιάνει το μάτι".
    Στα ορεινά χωριά της Αργιθέας έβαζαν ένα μαχαίρι στο στόμα του ζώου για να μην το μολύνουν οι καλικάντζαροι, ενώ για τον ίδιο λόγο, σε άλλες περιοχές κάρφωναν στο κρέας ένα πιρούνι.
    Πέρα από αυτά, υπήρχαν και κάποιες "ιατρικές" εφαρμογές, που συνδυάζονταν με το έθιμο της σφαγής του γουρουνιού.
    'Ετσι κρατούσαν σε πολλές περιοχές ένα κομμάτι παστό από την κοιλιά του ζώου και το χρησιμοποιούσαν για την παρασκευή αλοιφών για τις πληγές. Τη χολή τη χρησιμοποιούσαν σαν φάρμακο για τους πόνους των αυτιών. Σε νησιωτικές περιοχές έδιναν τη μύτη του γουρουνιού να τη φάει ο οξύθυμος του σπιτιού για να "μαλακώσει".
    Στα χωριά της Θεσσαλίας την έδιναν στα παιδιά, προκειμένου να σταματήσουν να φοράνε πάνες και να μάθουν να χρησιμοποιούν την τουαλέτα.

    Μπουμπουσιάρια ή ρουγκατσιάρια
    Μπουμπουσιάρια ή ρουγκατσιάρια ονομάζονται στη Δ. Μακεδονία τα καρναβάλια που γίνονται την Πρωτοχρονιά και τα Θεοφάνεια.
    Μπουμπουσιάρια τα λένε κυρίως στη Σιάτιστα και τα γύρω χωριά, καθώς και στα Βλαχοχώρια των Γρεβενών.
    Ως ρουγκατσιάρια είναι γνωστά σ' ολόκληρο τον υπόλοιπο νομό Κοζάνης, στην Καστοριά κλπ. Στην τελευταία αυτή μάλιστα αποκαλούνται ειδικότερα ρογκουτσάρια και γίνονται στις 7 και 8 του Γενάρη δηλ. τ' Αγιαννιού.
    Στη Σιάτιστα τα μπουμπουσιάρια γίνονται την Πρωτοχρονιά και τα Θεοφάνεια -κυρίως τα Θεοφάνεια- ενώ σ' όλα τα άλλα χωριά του Βοϊου μόνο την Πρωτοχρονιά.
    Εξαίρεση αποτελεί η Εράτυρα.
    Εκεί το ωραίο αυτό έθιμο το συναντούμε την επομένη της Πρωτοχρονιάς. Στην Κοζάνη, στη Νάουσα κι άλλες πόλεις της Δ. Μακεδονίας ίσχυαν τα ίδια, αλλά απ' την απελευθέρωση του 1912 και δώθε η συνήθεια να γίνονται καρναβάλια την Πρωτοχρονιά και τα Θεοφάνεια ατόνισε σιγά σιγά και επεκράτησε το ευρωπαϊκό έθιμο του αποκρηάτικου καρνάβαλου. Το ίδιο συνέβη και στα Γρεβενά, όπου παληά λεβεντόκορμοι νέοι φορούσαν φουστανέλλες και κουδούνια την Πρωτοχρονιά.
    Στα Βλαχοχώρια την παραμονή των Θεοφανείων οι διάφορες παρέες των μεταμφιεσμένων νέων αποτελούσαν συγκροτημένες παρέες, σχεδόν στερεότυπες πάντα: η νύφη, ο γιατρός, ο γκέκας, ο αρματωλός και ο σαλός (τρελός), που κατά κανόνα ήταν φορτωμένος με τα κουδούνια. Σε πολλά μέρη τα ρουγκατσιάρια έκαναν επισκέψεις και στα διπλανά χωριά κι όταν συναντιώτανε παρέες δύο χωριών πιανώτανε από τα μπράτσα και, πηδώντας ζωηρά, χτυπούσαν τα κουδούνια με δύναμη, προσπαθώντας η κάθε παρέα να αναγκάση τους αντιπάλους σε υποχώρηση.
    Στη Σιάτιστα και αλλού οι μικροί μεταμφιεσμένοι γυρίζουν στα σπίτια ή σταματούν τους μεγάλους στο δρόμο και τραγουδώντας κάνουν έκκληση στα κουβαρντάδικα αισθήματά τους, ως εξής: "Και βάλε το χεράκι σου στην αργυρή σου τσέπη...

    Ξέφωτα
    Η γιορτή των Θεοφανίων είναι μία από τις λαμπρότερες του έτους, καθώς γιορτάζεται στην αρχή της νέας χρονιάς.
    Τη μέρα αυτή ολοκληρώνεται το δωδεκαήμερο.
    Την πρώτη μαρτυρία γι' αυτήν την γιορτή μας την δίνει ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς στις αρχές των μεταχριστιανικών χρόνων.
    Στην αρχαία Ελλάδα γιορτάζονται τα "Θεοφάνια" στην αρχή της άνοιξης στους Δελφούς.
    Ο λαός ονομάζει τα Θεοφάνια και "φώτα ολόφωτα", "ξέφωτα", και "φωτόγεννα", επειδή τότε φωτίζεται ο κόσμος και αγιάζονται τα νερά. Στις εκκλησίες ψάλλεται το "Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου...".
    Κατόπιν οι πιστοί παρακολουθούν τη ρίψη του σταυρού στη θάλασσα, στον ποταμό ή σε δεξαμενή, όταν δεν βρίσκονται κοντά σε παραθαλάσσιο ή παραποτάμιο μέρος. 'Επειτα οι κολυμβητές πέφτουν στα νερά για να πιάσουν τον σταυρό, τον οποίο παλαιότερα περιέφεραν στα σπίτια. Αυτές τις ημέρες σε μερικά μέρη της Ελλάδας οι πιστοί μεταμφιέζονται και φορούν μάσκες με τρομακτική όψη.
    Φοράνε κουδούνια και περιφέρονται στο χωριό κάνοντας εκκωφαντικούς θορύβους.
    Είναι τα περίφημα ροκατζάρια, ένα έθιμο που συμβολίζει τον καθαρμό και την εκδίωξη των δαιμονικών όντων, όπως οι καλικάντζαροι του δωδεκαήμερου!

    Τυχερά παιχνίδια
    Την Πρωτοχρονιά συνηθίζουμε να παίζουμε χαρτιά είτε στα καζίνα είτε στα σπίτια μας.
    Η λέξη "τράπουλα" προέρχεται από την ιταλική trapola, που σημαίνει παγίδα, δόλο.
    Τα μεσαιωνικά χρόνια με τη λέξη αυτή ονόμαζαν τη δέσμη με τα παιγνιόχαρτα.
    Τα χαρτιά τα γνώρισε η Ευρώπη από τους ανατολικούς λαούς.
    Τα παιχνίδια με τα χαρτιά είναι ίσως η καλύτερη στιγμή της Πρωτοχρονιάς.
    Η ωραιότερη στιγμή είναι η στιγμή που θα καθίσουμε στο τραπέζι με την πράσινη τσόχα και θα αρχίσουμε το παίχνίδι. Βέβαια στην Ελλάδα συνηθίζεται να παίζουμε "31" ή "21" (Black Jack), ή και ζάρια αλλά ποιος λέει όχι για μία καλή και γεμάτη αγωνία, παρτίδα πόκερ;

    Πρωτοχρονιά
    Στα όμορφα Επτάνησα, ανάμεσα στο Ιόνιο πέλαγος και την Αδριατική θάλασσα, χαίρονται με ξεχωριστό τρόπο τις ημέρες του Δωδεκαημέρου.
    Οι άνθρωποι γιορτάζουν πηγαίνοντας στην εκκλησία, τρώγοντας, πίνοντας, τραγουδώντας αλλά και κάνοντας αστεία ο ένας στον άλλο. Οι Κολώνιες:
    Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς το βράδυ οι κάτοικοι της πόλης γεμάτοι χαρά για τον ερχομό του Νέου Χρόνου κατεβαίνουν στο δρόμο κρατώντας μπουκάλια με κολώνια και ραίνουν ο ένας τον άλλο τραγουδώντας:
    Ήρθαμε με ρόδα και με ανθούς να σας ειπούμε Χρόνους Πολλούς.
    Και η τελευταία ευχή του χρόνου που ανταλλάσσουν είναι "Καλή Αποκοπή" δηλαδή "με το καλό να αποχωριστούμε τον παλιό το χρόνο".
    "Πάλιν ακούσατε άρχοντες πάλι να σας ειπούμε Ότι και αύριο εστί ανάγκη να χαρούμε και να πανηγυρίζομεν περιτομήν Κυρίου, την εορτήν του Μάκαρος Μεγάλου Βασιλείου". "Οι παλιοί Αθηναίοι περίμεναν τον ¶η Βασίλη από το βράδυ της παραμονής με ολάνοιχτες τις πόρτες των σπιτιών τους και επειδή σύμφωνα με την παράδοση, θα ήταν... κουρασμένος και πεινασμένος από το μακρινό ταξίδι του, έστρωναν ένα μεγάλο τραπέζι και το φόρτωναν με τα πιο εκλεκτά γλυκίσματα και φαγητά για να τον φιλοξενήσουν...γύρω από το τραπέζι αυτό μαζευόταν το βράδυ της παραμονής όλη η οικογένεια και περίμενε για ν' αρχίσει το φαγοπότι.
    Τα μεσάνυχτα έσβυναν τις λάμπες τους κι έδιωχναν με γιουχαίσματα τον παλιό χρόνο, πετώντας πίσω του(!) στο δρόμο ένα παλιοπάπουτσο. "
    [Μιχ. Κ. Τσώλης, Γιορτές της Ρωμηοσύνης] Το έθιμο του ροδιού της πρωτοχρονιάς διατηρείται και σήμερα.
    Την ώρα που αλλάζει ο χρόνος στην εξώπορτα του σπιτιού πετάνε και σπάνε ένα ρόδι και μπαίνουν μέσα στο σπίτι με το δεξί πόδικάνοντας το ποδαρικό, ώστε ο καινούργιος χρόνος να τα φέρει όλα δεξιά, καλότυχα.
    Τα παιδιά κρεμούν, την παραμονή της πρωτοχρονιάς, τα παπούτσια και τις κάλτσες τους στα παράθυρα ή στο τζάκι περιμένοντας να περάσει ο ¶η Βασίλης να τα γεμίσει δώρα.
    Στις Κυκλάδες θεωρούν καλό οιωνό να φυσάει βοριάς την πρωτοχρονιά.
    Επίσης θεωρούν καλό σημάδι αν έρθει στην αυλή τους περιστέρι τη μέρα αυτή.
    Αν όμως πετάξει πάνω από το σπιτικό τους κοράκι τους βάζει σε σκέψεις μελαγχολικές ότι τάχα τους περιμένουν συμφορές...
    Σε μερικά χωριά όταν πλένονται το πρωί της Πρωτοχρονιάς αγγίζουν το πρόσωπό τους μ' ένα κομμάτι σίδερο, για να είναι όλο το χρόνο... "σιδερένιοι".
    Με την Πρωτοχρονιά είναι συνδεδεμένες και πολλές προλήψεις.
    Τη μέρα αυτή αποφεύγουν να πληρώνουν χρέος, να δανείσουν λεφτά, να δουλέψουν ή να δώσουν φωτιά. Όλα αυτά ξεκινούν από την προληπτική σκέψη: ό,τι κάνει και πάθει κανείς αυτή τη μέρα θα εξακολουθεί να συμβαίνει όλο το χρόνο !
    [Μιχ. Κ. Τσώλης, Γιορτές της Ρωμηοσύνης]

    Το ρόδι
    "Χίλιοι μύριοι καλογέροι σ' ένα ράσο τυλιγμένοι" Τι είναι;
    Το ρόδι είναι σύμβολο αφθονίας, γονιμότητας και καλής τύχης. Σε πολλά μέρη της Ελλάδας κρεμούσαν στο κάθε σπίτι, από το φθινόπωρο, ένα ρόδι.
    Μετά τη Μεγάλη Λειτουργία της Πρωτοχρονιάς το πετούσαν με δύναμη στο κατώφλι για να σπάσει σε χίλια κομμάτια κι έλεγαν:
    "Χρόνια Πολλά! Ευτυχισμένος ο καινούριος χρόνος!" Κολλέγιο Αθηνών Δημοτικό.

    Το ποδαρικό
    Πολλοί άνθρωποι είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί ακόμα και σήμερα ποιος θα κάνει ποδαρικό στο σπίτι τους.
    'Ετσι από την παραμονή λένε σε κάποιο δικό τους άνθρωπο, που τον θεωρούν καλότυχο και γουρλή, να έρθει την Πρωτοχρονιά να τους κάνει ποδαρικό.
    Μόλις μπει στο σπίτι τον βάζουν να πατήσει ένα σίδερο για να είναι όλοι σιδερένιοι και γεροί μέσα στο σπίτι στη διάρκεια του καινούργιου χρόνου.
    Η νοικοκυρά φιλεύει τον άνθρωπο που κάνει ποδαρικό για το καλό του χρόνου. Συνήθως του δίνει μήλα ή καρύδια και μια κουταλιά γλυκό κυδώνι ή ότι άλλο γλυκό έχει φτιάξει για τις γιορτές.Αν ανήμερα την Πρωτοχρονιά έχει λιακάδα, πιστεύουν πως ο καιρός θα είναι ο ίδιος σαράντα μέρες.
    Λένε: "Τ' άλιασε η αρκούδα τα αρκουδάκια της, δε θα 'χουμε χειμώνα βαρύ".
    Αν όμως ο καιρός είναι άσχημος την Πρωτοχρονιά θα συμβεί το αντίθετο, δηλαδή σαράντα μέρες θα έχουμε βαρυχειμωνιά

    Το πάντρεμα της φωτιάς
    Την παραμονή των Χριστουγέννων σε πολλά μέρη της Ελλάδας "παντρεύουν", τη φωτιά. Παίρνουν δηλαδή ένα ξύλο με θηλυκό όνομα π.χ. κερασιά και ένα με αρσενικό όνομα, συνήθως από αγκαθωτά έργα.
    Τα αγκαθωτά δέντρα, κατά τη λαϊκή αντίληψη, απομακρύνουν τα δαιμονικά όντα, όπως τους καλικάντζαρους.
    Στη Θεσσαλία, τα κορίτσια έβαζαν δίπλα στο αναμμένο τζάκι κλωνάρια κέδρου, ενώ τα αγόρια τοποθετούσαν κλαδιά αγριοκερασιάς.
    Τα λυγερά αυτά κλωνάρια αντιπροσώπευαν προσωπικές τους επιθυμίες και μια καλότυχη γενικά ζωή. 'Οποιο κλωνάρι καιγόταν πρώτο σήμαινε ότι ήταν καλό σημάδι για το κορίτσι ή το αγόρι, καθώς και ποιο θα παντρευόταν πρώτο ανάλογα αν ήταν κέδρος ή αγριοκερασιά. Στα χωριά της βόρειας Ελλάδας, από τις παραμονές των εορτών ο νοικοκύρης ψάχνει στα χωράφια και διαλέγει το πιο όμορφο, το πιο γερό, το πιο χοντρό ξύλο από πεύκο ή ελιά και το πάει σπίτι του.
    Η στάχτη των ξύλων αυτών προφύλασσε το σπίτι και τα χωράφια από κάθε κακό.
    Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, όταν όλη η οικογένεια θα είναι μαζεμένη γύρω από το τζάκι, ο νοικοκύρης του σπιτιού ανάβει την καινούρια φωτιά και λέει: "Παντρεύω σε φωτιά για το καλό του νοικοκυριού".
    Σε κάθε σπιτικό, προσπαθούν να διατηρήσουν τη φωτιά αυτή να καίει μέχρι τα Φώτα.
    Η νοικοκυρά του σπιτιού έχει φροντίσει να έχει καθαρίσει το σπίτι και με ιδιαίτερη προσοχή το τζάκι, ώστε να μη μείνει ούτε ίχνος από την παλιά στάχτη. Καθαρίζουν ακόμη και την καπνοδόχο, για να μη βρίσκουν πατήματα να κατέβουν οι καλικάντζαροι, τα κακά δαιμόνια, όπως λένε στα παραδοσιακά χριστουγεννιάτικα παραμύθια.
    Ο λαός λέει ότι καθώς καίγονται τα ξύλα αυτά, ζεσταίνεται ο Χριστός, εκεί στην κρύα σπηλιά της Βηθλεέμ.

    Έθιμα της Μάνης
    Η γέννηση του Χριστού κανονίστηκε το 354 μ.Χ. να εορτάζεται στις 25 Δεκεμβρίου, την ίδια μέρα που γιορτάζονταν η γέννησις του παλαιού Θεού Μίθρα, του "αήττητου Θεού Ήλιου" που ήταν θεός όλων των ηλιακών θεοτήτων της ειδωλολατρίας.
    Με την αλλαγή και την στροφή των ανθρώπων προς άλλους θεούς, ο "Αήττητος Θεός Ήλιος", έπεσε και τη θέση του την πήρε ο "Ήλιος της Δικαιοσύνης" ο Χριστός.
    Εξετάζοντας κανείς τα εορταστικά έθιμα των διαφόρων λαών σκόπιμο είναι να εξετάσει και τον τρόπο που τρέφονται κατά τις μέρες αυτές.
    Στη Μάνη ακούγεται συχνά το τετράστιχο:
    "Του Χριστού χριστόψωμα, τα Φώτα τηγανίδες και τη Λαμπρή τυρόπιτες τ' ¶γιου Πετριού κουλούρες". Ειδικά, στο Μανιάτικο χώρο, η αναφορά μας είναι απαραίτητο να προσαρμοστεί στους όρους της ζωής των Μανιατών και εκεί να τοποθετήσει τις συνήθειες και τα έθιμά τους. Στις συνήθειες λοιπόν, των γιορτινών αυτών ημερών, συνηθίζονται οι τηγανίδες και τα χριστόψωμα, τροφές προσαρμοσμένες στο λιτό και σκληρό βίο των Μανιατών, εφόσον την εποχή αυτή καταγίνονται με το ελαιομάζωμα.
    Στη Μάνη, δεν υπάρχει η πολυτέλεια εθίμων με αντίστοιχες εορταστικές εκδηλώσεις και η παρασκευή εδεσμάτων που παρατηρείται αλλού, προέχει ο αγώνας για την επιβίωση..
    .
    Οι τηγανίδες, φτιάχνονται τις ημέρες των Χριστουγέννων και των Φώτων.
    "Πρόκειται για ζύμη, που την πλάθουν σαν χοντρό μακαρόνι πάχους περίπου του μικρού δακτύλου και μήκους μισού μέτρου, τις τυλίγουν με κέντρο τη μια άκρη και κατόπιν τις τηγανίζουν" Η πρώτη έχει το σχήμα σταυρού. Η νοικοκυρά ρίχνοντάς την μέσα στο αναβραστό το λάδι, που τσιτσιρίζει στο βαθουλό τηγάνι πάνω στη σιδεροστιά, σταυροκοπιέται και εύχεται: "να σταυρωθούν τα κακά και του χρόνου".
    Οι άλλες τηγανίδες έχουν ποικίλα σχήματα. Κάθε οικογένεια, στο φούρνο του σπιτιού "ρίχνει" τα χριστόψωμα, για να τα κόψει στο τραπέζι των Χριστουγέννων ο οικοδεσπότης σταυρώνοντάς τα, και ευχόμενος "Χρόνια πολλά και του χρόνου".
    Τα χριστόψωμα κατασκευάζονται όπως το ψωμί, μόνο που στολίζονται με σταυρούς και ποικίλα στολίδια ανάλογα με την καλαισθησία της νοικοκυράς.
    Και στη Μάνη ακούγονται δοξασίες για τα δαιμονικά και άλλα υπερφυσικά όντα, που βγαίνουν τα δωδεκαήμερα από του Χριστού ως τα Φώτα.
    Πρόκειται για τους Καλλικαντζάρους. Πολλοί λαογράφοι, υποστηρίζουν πως είναι οι Καλλικάντζαροι απόγονοι του τραγοπόδη θεού Πάνα ή των Σατύρων, που πηδήσανε από την μυθολογία στη χριστιανική ζωή. Ο πατέρας της Ελληνικής Λαογραφίας Νικ. Γ. Πολίτης στις "Παραδόσεις" του αναφέρεται σε Λυκοκατζαραίους, Σκαλικαντζέρια, Καρκαντζέλια, Κωλοβελώνηδες, Πλανηταρούδια, Κάηδες, Παγανά. Στην περιοχή της Αντρούβιτσας (Δ. Μάνη) ονομάζουν τους Καλλικαντζάρους Τσιλικρωτά.
    Ο Πασαγιάννης στο ομώνυμο χριστουγεννιάτικο διήγημά του αναφέρεται με ένα χαριτωμένο τρόπο σε θρύλους για τα ξωτικά αυτά.
    Τους Καλλικαντζάρους που μπαίνουν στα σπίτια από τις καπνοδόχους, γιατί τους προσελκύει η μυρωδιά του λαδιού από τις τηγανίδες, ο λαός τους έχει πλάσει ψηλούς, μαυριδερούς, ισχνούς, άσχημους με κόκκινα άγρια μάτια και τριχωτό όλο το σώμα.
    Θεωρούνται "μαγαρισμένοι" και σιχαμεροί, κάνουν ζημιές όπως: σβήνουν τη φωτιά, μαγαρίζουν τα εδέσματα παρενοχλούν τους ανθρώπους κυρίως τα παιδιά και τις γριές και χοροπηδάνε στους δρόμους.
    Τρώνε βατράχους, χελώνες, φίδια, σκουλήκια κ.ά. Οι άνθρωποι προσπαθούν να εξολοθρεύσουν τις βλαπτικές τους ενέργειες με εξορκισμούς ή προσφορά γλυκισμάτων, τηγανίδων κ.τ.λ.
    Ο μεγάλος τους φόβος είναι ο αγιασμός.
    Στη Μάνη, ακούγονται και στην εποχή μας, κάποια λαϊκά στιχουργήματα για τους Καλλικαντζάρους:
    Αρορίτες είμαστε, αραρά γυρεύουμε τηγανίδες θέλομε τα παιδιά τα παίρνουμε ή το (γ)κούρο ή τη (γ)κότα ή θα σπάσαμε τη (μ)πόρτα.
    Φοβούνται τον αγιασμό γιατί όποιος βραχεί με αγιασμένο νερό αφανίζεται.
    Όταν βλέπουν τον παπά που αγιάζει τρέχουν φωνάζοντας:
    Φεύγετε να φεύγουμε τι έφτασε ο σκυλόπαπας με την αγιαστούρα του Τέλος να αναφέρουμε δυο παροιμιώδεις φράσεις που σχετίζονται με τα Χριστούγεννα, φράσεις που ακούγονται στη Μάνη και μνημονεύονται στις εργασίες του γνωστού συγγραφέα Αν. Κουτσιλιέρη. Η φράση: "Να γεμίσει η μυλόστασή σου τη Λαμπρή τυρόπιτες και τα Χριστούγεννα τηγανίδες" σημαίνει κατάρα.
    Συνηθίζεται στους πενθούντες να προσφέρουν οι συγγενείς ή οι φίλοι, τα Χριστούγεννα τηγανίδες ή γλυκίσματα, για να μην τους λείψουν αυτές τις γιορτινές μέρες.
    Οι τηγανίδες θεωρούνται εορταστικό φαγητό, είναι συνδεδεμένες με σχετικές προλήψεις. Σημειωτέον ότι, όταν κάποια οικογένεια πενθεί, δεν επιτρέπεται να παρασκευάζει εδέσματα εορτών. ¶ρα το να γεμίσει η μυλόστασή σου (= τετράγωνη επιφάνεια που τοποθετούν το χερόμυλο) με τηγανίδες τα Χριστούγεννα σημαίνει να σου έχει τύχει κάποιος θάνατος προσφιλούς - συγγενικού σου προσώπου, ομοίως για το Πάσχα "να σου φέρουν τυρόπιτες".
    Η παροιμιώδης έκφραση: "Εγώ είμαι Χριστού και συ Λαμπρή" ερμηνεύεται ως εξής: τα Χριστούγεννα είναι η μεγαλύτερη ακίνητη εορτή, επομένως "είμαι Χριστού" σημαίνει είμαι άνθρωπος συνεπής, έμπιστος "έχω λόγο" και όχι ευμετάβλητος και διπλωμάτης όπως η σπουδαία μεν, αλλά κινητή εορτή του Πάσχα.

    Χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα στην Μακεδονία
    Πόλεις και χωριά της Βόρειας Ελλάδας αποτελούν τους χριστουγεννιάτικους προορισμούς των κατοίκων της Θεσσαλονίκης.
    Ήθη και έθιμα της ελληνικής επαρχίας θα αναβιώσουν και φέτος για να υποδεχτούν οι πιστοί τη γέννηση του Θεανθρώπου, αλλά και την έλευση του νέου χρόνου.
    Οι ''κλαδαριές'' και τα ''κόλιαντα'' είναι τα έθιμα που αναβιώνουν στη Σιάτιστα την περίοδο του δωδεκαημέρου των γιορτών.
    Οι ''κλαδαριές'' είναι οι φωτιές που ανάβονται κάθε χρόνο στις 23 Δεκεμβρίου για να ζεστάνουν τον Χριστό που θα γεννηθεί.
    Θεωρείται ότι οι φωτιές αυτές συμβολίζουν τις φωτιές που άναψαν οι ποιμένες της Βηθλεέμ για να αναγγείλουν τη γέννηση του Χριστού, ενώ φωτιές ανάβουν και την παραμονή της πρωτοχρονιάς.
    Τα ''κόλιαντα'' είναι τα κάλαντα στο τοπικό σιατιστινό ιδίωμα. Υπάρχουν κάλαντα ειδικά για κάθε περίπτωση, για το νιόπαντρο ζευγάρι, για τις ανύπαντρες, για τους ανύπαντρους, για τους γέρους κλπ. Την ημέρα των Θεοφανίων αναβιώνουν τα ''μπουμπουσάρια'', δηλαδή τα καρναβάλια με το καθαρά σιατιστινό Αϊβασιλιάτικο χορό.
    Στην Φλώρινα υποδέχονται τη γέννηση του Χριστού ανάβοντας μεγάλες φωτιές στις 12 τα μεσάνυχτα. Είναι οι φωτιές που συμβολίζουν τη φωτιά που άναψαν οι ποιμένες της Βηθλεέμ για να ζεσταθεί ο νεογέννητος Χριστός. Φωτιές ανάβουν επίσης και το βράδυ της πρωτοχρονιάς. Στην Πέλλα αναβιώνει το έθιμο της ''Κόλιντα Μπάμπω'' που έχει σχέση με τη σφαγή του Ηρώδη.
    Οι κάτοικοι της περιοχής ανάβουν το βράδυ φωτιές φωνάζοντας ''κόλιντα μπάμπω'' δηλαδή ''σφάζουν γιαγιά''. Σύμφωνα με το έθιμο οι φωτιές ανάβουν για να μάθουν οι άνθρωποι για τη σφαγή και να προφυλαχτούν. Την περίοδο αυτή, όμως, έθιμα από την ελληνική παράδοση λαμβάνουν χώρα σχεδόν σ' όλες τις πόλεις και τα χωριά της Μακεδονίας, όπου με ιδιαίτερη λαμπρότητα και κατάνυξη θα εορταστούν οι ημέρες των Χριστουγέννων.

    Πρωτοχρονιά στη Δ. Μακεδονία
    Στον τόπο μας την εποχή αυτή, αν δεν έχομε χιόνια πολλά, παγωμένα χιόνια, θάχομε κρύα τσουχτερά, δυνατά κρύα. Ετσι κάθε χρόνο γιορτάζομε την πρωτοχρονιά.
    Από τις παιδικές μας αναμνήσεις στ' αγαπημένα μας χωριά η ωραιότερη συνδέεται με την πρωτοχρονιά. Πόσες αναμνήσεις και πόσες σκέψεις δε φέρνει στο μυαλό μας η μέρα αυτή! Για να αισθανθού΄με καλλίτερα τη σημασία της, για να νιώσουμε βαθύτερα το γιορτασμό της, πρέπει να γυρίσομε το νου μας στα περασμένα στ' αξέχαστα παιδικά χρόνια, τότε που με την παιδική αφέλεια, την παιδική χαρά, ροφούσαμε αχόρταγα, ηδονικά και την τελευταία στάλα ευτυχίας που μας χάριζε η μέρα εκείνη. Θα στέργαμε και στη μεγαλύτερη θυσία αν μπορούσαμε να ξαναγυρίσουμε στα χρόνια εκείνα.
    Κι αλήθεια πόσα πράγματα δεν θάχαμε να σκεφτούμε και να κάνομε!
    Την παραμονή της πρωτοχρονιάς και πολλές μέρες πριν απ' αυτές, τα παιδιά έχουνε κάποια ασχολία, βρίσκονται σε διαρκή κίνηση. Θα γίνουνε "λιάπηδες" και πρέπει να τοιμάσουνε τη φορεσιά που θα τους δώση το όνομα αυτό. Μερικοί τάχουνε όλα έτοιμα. Αλλους κάτι τους λείπει και ψάνουνε στα σπίτια για να συμπληρώσουνε την έλλειψή τους. Μια "σκούφια" χρυσοκεντημένη με χρυσή μακριά φούντα. Ενα "τζαναντάνι" -είδος γιλέκου- χρωματιστό και στολισμένο με σταυρωτές αράδες φλωριά. Ενα "ποκάμισο" με φαρδιές και κεντητές τις άκρες των μανικιών. Στη μέση ζωσμένο ένα "σιλάχι" με λίγα κεντήματα και πολλές δίπλες, θέσεις για τις μαχαίρες και τις πιστόλες. Η "φουστανέλλα" η κάτασπρη ή λερή, η πολύπτυχη και πολυκύμαντη, που άλλοτε πέφτει φτωχική ως το γόνατο κι άλλοτε στέκει πλούσια στη μέση του μικρού.
    Τα "χολέβια" χιονάτα και καλοστεκούμενα στο πόδι δεμένα κάτω απ' το γόνα με μεταξωτές καλτσοδέτες.
    Τα "τσιάμικα τσαρούχια" με τις παχιές φούντες συμπληρώνουν το σύνολο της περιβολής, της πρωτοχρονιάτικης φορεσιάς, που ο καθένας κι όλοι μαζί έτσι φορεμένοι θα γυρίσουνε το χωριό τραγουδώντας τ' Αϊβασιλιάτικα τραγούδια. Οι γυναίκες σιγυρίσανε το σπίτι και κάνανε το κάθε τι ν' ασπροβολάει. Η ψυχή τους ολάκαιρη ανοίγεται σε έκταση και στο πρόσωπό τους ζωγραφίζεται ζωντανή η χαρά που τις κυριεύει την παραμονή κάθε μεγάλης γιορτής. Με ανασηκωμένες τις φούστες, με τα μαλλιά της κεφαλής δεμένα με μαντήλι για να μην τα τρώη η σκόνη, πλάθουνε και χτυπούνε το ζυμάρι, το πασπαλίζουνε με αλεύρι και μυρωδιές που τις φυλάνε σε σφιχτοδεμένα πανιά στα βάθη της ντουλάπας και κάνουνε τη "βασιλόπιτα". Βάλανε μέσα και το "φλωρί".
    Τι κούραση ποθητή! Τι κόποι χαρούμενοι!
    Τα γουρούνια έχουνε σφαχτή, τα σφαχτά κρεμάστηκαν και τα γλυκά έγειναν. Ολα είναι έτοιμα για τη μεγάλη γιορτή. Ξημερώνει πρωτοχρονιά! Βαρούν τα σήμαντρα στα καμπαναριά, χτυπούν οι καμπάνες κι ο ήχος τους σκορπίζεται γλυκύς, παρατεταμένος στη γαληνεμένη ατμόσφαιρα του χωριού. Ολοι με τα γιορτινά τους που μοσχοβολούν φρεσκάδα, στην εκκλησιά. Λαμποκοπάει απ' άκρη σ' άκρη. Οι παπάδες τυλιγμένοι στα ιερά και χρυσοστολισμένα άμφια λειτουργούν.
    Και οι ψαλτάδες μελλωδικά ψέλνουνε τα διαλεχτά τροπάρια:
    "Τον ουρανοφάντορα του Χριστού, μύστην του δεσπότου, τον Φωστήρα τον Φαεινόν...".
    Τα παιδιά "λιάπηδες" έχουνε μαζευτή στην πλατεία του χωριού. Δε λείπει κανένα. Ολα φιλοτιμήθηκαν κι οι προσπάθειές τους τα δικαίωσαν.
    Το καθένα κι όλα μαζί αποτελούν ένα ωραίο και πολύ γραφικό σύνολο. Η χαρά είναι αίσθημα που ζωηρά ζωγραφίζεται στα ροδαλά πρόσωπά τους.
    Μα και στα πρόσωπα των μεγάλων η ίδια χαρά και μια ανώτερη συγκίνηση ζωγραφίζεται. Από τα στόματα των παιδιών βγαίνει μια φωνή κι ο αχνός που ξεχωρίζει στην κρύα ατμόσφαιρα κλείνει μέσα την ίδια προσπάθεια, την ίδια επιθυμία. Κι η φωνή αυτή δυνατή, μελλωδική, βγαλμένη από παιδικό λάρυγγα που λαχταρά για τραγούδι σε παρόμοιες στιγμές, ξεχύνεται και πλημμυρίζει κι αναγαλιάζει την ψυχή.
    Το πανελλήνιο τραγούδι "Αρχιμηνιά κι αρχή χρονιά κι αρχή το νέον έτος" αντηχεί. Μ' αυτό ξεκινούνε τώρα όλα τα παιδιά και γυρίζουνε από σπίτι σε σπίτι όλο το χωριό, σκορπίζοντας σε πόρτες φτωχικές και πλούσιες τη χαρά και την ελπίδα, το θρύλο και την αγάπη.
    Από το χέρι του κάθε παιδιού δε λείπει η "μαχαίρα" η ξύλινη ή σιδερένια. Αυτήν θα προβάλλουν με χαρά στα στήθια του πατέρα, του συγγενή, του κάθε διαβάτη, απαγγέλοντας ρυθμικά: "Για βάλε το χεράκι σου στον αργυρό σου τσέπη κι αν έχης γρόσια δος μας τα φλωριά μην τα λυπάσαι". Για να μαζέψουν με ποθητή αγωνία μ' ανέκφραστη χαρά, πεντόδραχμα, δίδραχμα, δραχμές, πενηντάλεπτα...
    Σε κάθε σπίτι για να πάρουνε το φιλοδώρημα θα πούνε και το σχετικό τραγούδι.
    Ετσι όπου το σπίτι έχει αντρόγυνο νιο λέγεται το τραγούδι.
    "Κρατεί ο δέντρος τη δροσιά κρατεί κι ο νιος την κόρη στα γο΄νατα την έπερνε στα μάτια την φιλούσε".
    Οπου έχει κόρη ανύπαντρη ή αρραβωνιασμένη
    "Μέσα σε τούτη την αυλή με μάρμαρο στρωμένη εδώ ναι κόρ' ανύπαντρη κόρη αρραβωνιασμένη..."
    Οταν από το σπίτι λείπει κάποιος στην ξενιτιά λέγεται το τραγούδι.
    "Τι να σου στείλω ξένε μου τι να σε προβοδήσω;
    Να στείλω μήλο σέπεται κυδώνι μαραγκιάζει να στείλω και το δάκρυ σου σένα χρυσό μαντήλι το δάκρυ μου 'ναι καφτερό και καίει το μαντήλι".
    Οπου έχει παιδί που πηγαίνει στο σχολείο.
    "Η μάνα πώχει τον υγιό τον πονοκανακάρη τον έλουζε, τον χτένιζε, στο δάσκαλο τον στέλνει. Κι ο δάσκαλος τον καρτερεί με τη χρυσή τη βέργα. Παιδί μου πουν' τα γράμματα παιδί μου πούν' ο νους σου; Τα γράμματα 'ναι στο χαρτί κι ο νους μου πέρα πέρα, πέρα πέρα στις έμορφες πέρα στις μαυρομάτες".
    Στο νέο που πρόκειται να αρραβωνιαστή λένε το τραγούδι
    "Σαν κίνησεν ο νιούτσικος να πα να ραβωνιάση ουδέ τα ρούχα τ' έβαλε ουδέ το φερετζέ του ουδέ τ' ασημομάχαιρο π' αξίζει τρεις χιλιάδες."
    Ετσι τραγουδώντας γυρίζουνε όλα τα σπίτια του χωριού και τις εισπράξεις τους τις διαθέτουνε πολλάκις για κάποιο καλό σκοπό.
    Το μεσημέρι τους βρίσκει όλους στο πρωτοχρονιάτικο τραπέζι. Ο κάθε νοικοκύρης καλοστεκούμενος κι ευτυχισμένος ή φτωχός φαμελίτης με τη φαμελιά του στρώνεται στο τραπέζι της χαράς και της αγάπης, στο χάδι και τη ζεστασιά του σπιτιού.
    Ολος ο κόσμος ξεχάνοντας για λίγες ώρες τη μονοτονία της ζωής και τα μικροβάσανα έχει το γέλιο στα χείλη, τη χαρά στην καρδιά και τη γαλήνη στην ψυχή.
    Πάνω στο τραπέζι της χαράς απλώνεται κι αχνίζει η "βασιλόπιτα".
    Ο αρχηγός της οικογένειας θα την κόψη σε μερίδες ανάλογες με τον αριθμό των μελών της οικογένειας. Μερίδιο έχουνε και τα απόντα μέλη που βρίσκονται μακριά από το σπίτι.
    Ολοι με αγωνία ξεφυλλίζουνε τη μερίδα τους για να βρούνε το κρυμένο "φλωρί".
    Εκείνος που θα το βρη θάνει ο τυχερός της ημέρας κι όλης της χρονιάς.
    Από τα στενά δρομάκια ξεπροβάλλουνε τώρα δυο-δυο, τρεις-τρεις και συγκεντρώνονται στην πλατεία του χωριού. Είναι άντρες γενομένοι "λιάπηδες".
    Η εμφάνισή τους είναι εντυπωσιακή κι επιβλητική. Αλλοι με γυριστά γιαταγάνια και πιστόλες στο "σελάχι" μοιάζουνε δράκοντες που συντροφεύουν άγρυπνοι τον ύπνο του βασιλόπουλου.
    Αλλοι συμβολίζουν τον ήρωα της Γραβιάς κι άλλοι τον ατρόμητο οπλαρχηγό των Αγράφων. Μερικοί παίζουν ρόλους που η εφεύρεσή τους οφείλεται στη δημιουργική φαντασία τους κι άλλοι φορούν κάτι πρόχειρο για να μη φαίνονται κοινοί άνθρωποι. Κάποιος έχει παραμορφωθή πολύ κι είναι τελείως αγνώριστος.
    Το πρόσωπό του πιο μαύρο κι από του αράπη. Η φορεσιά του ιδιότροπη και ακαλαίσθητη.
    Από τη μέση του κρέμονται μια σειρά κουδούνια αρκετά να στολίσουν ολόκληρο κοπάδι.
    Είναι ο "ρούγκος" σωστό κινητό κουδουνάδικο με διαφόρου μεγάθους, σχήματος και ποιότητος κουδούνια. Σε λίγο συγκεντρώνεται στην πλατεία μια μάζα ανθρώπων με ποικιλία στη φορεσιά κι απ' όλους αυτούς δε λείπει το γούστο, η χάρη, η όρεξη, το πνεύμα.
    Η μάζα αυτή περιβάλλεται από πλήθος περιέργων που πλησιάζει για να ιδή και να γελάση. Ολοι μαζί τότε αποτελούν αληθινή διαδήλωση που ξεκινάει για να επισκεφθή τα σπίτια του χωριού τραγουδώντας Αϊβασιλιάτικα τραγούδια.
    Ο κάθε νοικοκύρης τους δέχεται με χαρά, τους κερνάει και τους φιλοδωρεί. Σε μερικά χωριά τα φιλοδωρήματα γίνονται και εις είδος.
    Το κάθε είδος, φαγώσιμο πάντοτε, στο τέλος βγαίνει σε πλειοδοσία κι ο καθένας φιλοτιμείται να πλειοδοτήση από τους άλλους.
    Ετσι πολλάκις η αξία ενός μήλου, ή ενός κυδωνιού φθάνει τις 25 δραχμές.
    Οι εισπράξεις αυτές που ανέρχονται σε σεβαστά ποσά διατίθενται πάντοτε για κοινωφελείς, αγαθοεργούς σκοπούς.
    Η ογκώδης αυτή διαδήλωση αφού γυρίση όλα τα σπίτια του χωριού καταλήγει στην "πλατεία" όπου στήνεται χορός και χορεύουν οι "λιάπηδες".
    Πολλές φορές η ενέργεια του κρασιού τους κάνει να συνεχίσουν το γλέντι ως τα μεσάνυχτα. Κρατήσομε τα έθιμά μας γιατί συνδέονται αναπόσπαστα με τη ζωή μας.
    Γιατί αποτελούν ένα από τα σπουδαιότερα κεφάλαια της Εθνικής μας ζωής.
    Η ζωή μας δίχως αυτά είναι δίχως θέλγητρα.

    Οι κολόνιες
    ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΤΙΚΟ ΕΘΙΜΟ
    Στην Κεφαλονιά , καθώς και στα άλλα νησιά των Επτανήσων, Κέρκυρα , Ζάκυνθο κλπ. οι κάτοικοί τους χαίρονται με το δικό τους ξεχωριστό τρόπο , τις άγιες ημέρες του Δωδεκαήμερου. Οι άνθρωποι γιορτάζουν πηγαίνοντας στην εκκλησία , τρώγοντας , πίνοντας, τραγουδώντας , αλλά και κάνοντας αστεία ο ένας στον άλλον.
    Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς , το βράδυ , οι κάτοικοι του νησιού γεμάτοι χαρά για τον ερχομό του νέου χρόνου, κατεβαίνουν στους δρόμους κρατώντας μπουκάλια με κολόνιες και ραίνουν ο ένας τον άλλον τραγουδώντας:
    "Ήρθαμε με ρόδα και με ανθούς να σας ειπούμε χρόνους πολλούς." Και η τελευταία ευχή του χρόνου που ανταλλάσσουν είναι: "Καλή Αποκοπή", δηλαδή με το καλό να αποχωριστούμε τον παλιό χρόνο.
    Το πρωί της Πρωτοχρονιάς η μπάντα του δήμου περνάει από όλα τα σπίτια και τραγουδάει καντάδες και κάλαντα. "Πάλιν ακούσατε άρχοντες πάλι να σας ειπούμε, ότι και αύριον εστί ανάγκη να χαρούμε και να πανηγυρίζουμε Περιτομήν Κυρίου,την εορτή του Μάκαρος Μεγάλου Βασιλείου"

    Τα καρύδια
    Παραδοσιακό ομαδικό παιγνίδι που παίζουν τα παιδιά στην Ήπειρο.
    Την ημέρα των Χριστουγέννων , τα παιδιά , κορίτσια και αγόρια , παίζουν "τα καρύδια". Το παιχνίδι είναι ομαδικό και παίζεται ως εξής: Κάποιο παιδί χαράζει με ένα ξυλάκι στο χώμα μια ευθεία γραμμή.
    Πάνω σε αυτή την ευθεία γραμμή κάθε παίκτης βάζει κι από ένα καρύδι στη σειρά.
    Μετά , ο κάθε παίκτης με τη σειρά του και από κάθετη απόσταση ενός με δύο μέτρα από τη γραμμή - σειρά των καρυδιών ,σκυφτός , με το μεγαλύτερο και το πιο στρογγυλό καρύδι του , σημαδεύει κάποιο από τη σειρά των καρυδιών. Όποιο καρύδι πετύχει και το βγάλει έξω από τη γραμμή το κερδίζει και δοκιμάζει ξανά σημαδεύοντας κάποιο άλλο καρύδι. Αν αστοχήσει , συνεχίζει ο επόμενος παίκτης.
    Το παιχνίδι συνεχίζεται μέχρι να κερδισθούν όλα τα καρύδια... Tα "καρύδια" είναι ένα παραδοσιακό ομαδικό παιγνίδι που παίζουν τα παιδιά στην 'Ηπειρο. Την ημέρα των Χριστουγέννων, τα παιδιά, κορίτσια και αγόρια, παίζουν "τα καρύδια".
    Το παιχνίδι είναι ομαδικό και παίζεται ως εξής: Κάποιο παιδί χαράζει με ένα ξυλάκι στο χώμα μια ευθεία γραμμή.
    Πάνω σε αυτή την ευθεία γραμμή κάθε παίκτης βάζει κι από ένα καρύδι στη σειρά. Μετά, ο κάθε παίκτης με τη σειρά του και από κάθετη απόσταση ενός με δύο μέτρα από τη γραμμή - σειρά των καρυδιών,σκυφτός, με το μεγαλύτερο και το πιο στρογγυλό καρύδι του, σημαδεύει κάποιο από τη σειρά των καρυδιών.
    'Οποιο καρύδι πετύχει και το βγάλει έξω από τη γραμμή το κερδίζει και δοκιμάζει ξανά σημαδεύοντας κάποιο άλλο καρύδι.
    Αν αστοχήσει, συνεχίζει ο επόμενος παίκτης.
    Το παιχνίδι συνεχίζεται μέχρι να κερδηθούν όλα τα καρύδια

    Οι κάρτες
    Οι χριστουγεννιάτικες και πρωτοχρονιάτικες κάρτες, λειτουργούν ως επικοινωνιακοί αγγελιοφόροι χριστουγεννιάτικων και πρωτοχρονιάτικων μηνυμάτων και αποτελούν αναπόσπαστο συμπλήρωμα των εορτών.
    Στις κάρτες απεικονίζονται κατά κύριο λόγο η γέννηση του Χριστού με τη φάτνη, οι τρεις μάγοι με τα δώρα, άγγελοι και αστέρια.
    Το στερεότυπο μικροκείμενο των καρτών είναι "Καλά Χριστούγεννα και Ευτυχισμένος ο καινούριος χρόνος".
    Η χριστουγεννιάτικη κάρτα θεωρείται ότι είναι αγγλική επινόηση.
    Την πατρότητά της διεκδικεί αρχικά ο Γουίλιαμ 'Εντλεϊ, ο οποίος φέρεται ως ο σχεδιαστής της πρώτης κάρτας το 1842, που είναι σήμερα έκθεμα του Βρετανικού Μουσείο.
    Μερικά χρόνια αργότερα η μόδα της κάρτας έφτασε στην Αμερική, στην Αυστραλία, στη Νέα Ζηλανδία.
    Η Δανία θεωρείται ότι είναι η πιο φημισμένη χώρα στις πωλήσεις των καρτών. Διακινεί κάθε χρόνο 50.000.000 κάρτες.
    Στην Ελλάδα οι κάρτες παρουσιάστηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα από 'ελληνες μετανάστες στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και στην Αυστραλία.
    Σήμερα βέβαια με την εξέλιξη της τεχνολογίας, το internet ξεφεύγει από τον παραδοσιακό τρόπο επιστολής κάρτας- αυτόν του ταχυδρομείου.
    Με έναν μεγάλο αριθμό ηλεκτρονικών διευθύνσεων καταργεί τις αποστάσεις και βοηθαέι να στείλετε τις ευχές σας στα αγαπημένα σας πρόσωπα, όπου κι αν βρίσκονται αυτά.


    Συνημένες Εικόνες Συνημένες Εικόνες  
    Τελευταία επεξεργασία από το χρήστη monogramma59 : 27-09-08 στις 19:47

  7. Ευχαριστούν τον/ην monogramma59, οι :

    lekas106 (11-12-09)

  8. #5
    Blogthean
    Δεν έχει οριστεί status
     
    Το avatar του χρήστη monogramma59
    Εγγραφή
    18-06-2008
    Περιοχή
    ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗ
    Μηνύματα
    984
    Blogthea Money
    31.858
    Ευχαριστώ
    872
    Ευχαριστήθηκε 2.060 Φορές σε 574 Posts

    Wink ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ

    Τα κάλαντα

    ΜΕΡΟΣ:Ε
    Να τα πούμε; Να τα πείτε, να τα πείτε!
    Η χαρακτηριστική ερώτηση των παιδιών που χτυπάνε αυτές τις μέρες τα κουδούνια και τις πόρτες μας για να πούνε τα κάλαντα.
    Οι παρέες παιδιών ξεχύνονται στους δρόμους με τριγωνάκια και όργανα καμμιά φορά, κιθάρες, ακορντεόν, μελόντικες, για να μαζέψουν τα φιλοδωρήματα, που με ιδιαίτερη ευχαρίστηση προσφέρει ο κόσμος. Ποιος από εμάς δεν έχει άλλωστε τραγουδήσει τα κάλαντα όταν ήταν παιδί. Τα κάλαντα είναι από τις λίγες παραδόσεις που συνεχίζονται μέχρι και σήμερα στον ίδιο βαθμό από τα παιδιά- με το αζημίωτο βέβαια.
    Η λέξη κάλαντα προέρχεται από τη λατινική "calenda", που σημαίνει αρχή του μήνα, νουμηνία και τραγουδιόνταν στην αρχή του μήνα, ενώ που διαμορφώθηκε από το ελληνικό ρήμα καλώ.
    Το έθιμο αυτό προϋπήρχε στην Ελλάδα, πριν από την Ρώμη.
    Τα παιδιά κρατούσαν ένα κλαδί ελιάς ή δάφνης, στολισμένο με καρπούς και άσπρο μαλλί (η λεγόμενη ειρεσιώνη, από το έριο = μαλλί), γύριζαν και τραγουδούσαν και τους έδιναν δώρα. Μετά, πήρε το έθιμο αυτό και η Ρώμη.
    Στο Βυζάντιο κρατούσαν ραβδιά, ή φανάρια, ή ομοιώματα πλοιαρίων ή και κτιρίων, στολισμένα και τραγουδώντας, συνόδευαν το τραγούδι με κρούση τριγώνου ή τυμπάνου. Περίφημος δε είναι ο σχετικός πίνακας του Νικηφόρου Λύτρα ο τυμπανιστής - 1832- 1927. Σήμερα η βάση, και μάλιστα στους Πόντιους, διασώζεται άθικτη. Ακούμε κάλαντα πολλά και ποικίλα, με πολλές παραλλαγές και αποχρώσεις, στα διάφορα διαμερίσματα της χώρας μας. Τα κάλαντα έχουν τη βάση τους σε παλιά λαϊκά τραγούδια.
    Πρόκειται για τραγούδια με ευχές για τον νοικοκύρη και τα άλλα μέλη της οικογένειας. Τα κάλαντα είναι μια πράξη τελετουργική, η οποία σύμφωνα με τη λαϊκή αντίληψη έχει ως αποτέλεσμα την ευημερία. Στα παλιά χρόνια τα παιδιά τραγουδούσαν τα κάλαντα το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων, κρατώντας φαναράκια αναμμένα, άλλα φλογέρα ή φυσαρμόνικα και άλλα πάλι μαζί τραγουδούσαν, σαν σε χορωδία, τα κάλαντα.
    Τα παιδιά που κατοικούσαν στα νησιά και τις παραθαλάσσιες περιοχές της Ελλάδας κατασκεύαζαν από χαρτόνι ή τσίγκο καραβάκια στολισμένα με χρωματιστά χαρτιά και φωτάκια.
    Στις ορεινές ή ηπειρωτικές περιοχές, τα παιδιά κρατούσαν για φανάρι μια φωτισμένη εκκλησία, που την ονόμαζαν "Αγία Σοφία". Τη στόλιζαν με καμπανάκια και χρωματιστά χαρτιά.
    Στο εσωτερικό της, που ήταν κενό, έβαζαν ένα κερί ή ένα φαναράκι για να τους φέγγει το δρόμο. Στα χέρια τους κρατούσαν ένα κοφινάκι όπου τοποθετούσαν τα φιλοδωρήματα, δηλαδή αυγά, σύκα, κομμάτι ζάχαρη, χρήματα, ενώ την παραμονή της Πρωτοχρονιάς και των Θεοφανίων είχαν μαζί τους και μια μικρή σούβλα μήκους ενός μέτρου, όπου περνούσαν τεμάχια χοιρινού κρέατος. Στην Ελασσόνα, τα παιδιά περίμεναν με μεγάλη αγωνία τις γιορτές των Χριστουγέννων για να παίξουν τα κάλαντα. Από τις 15 του "Αντριά", όπως έλεγαν το Δεκέμβριο, έως την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, τα παιδιά γυρνούσαν τη νύχτα όλο το χωριό χτυπώντας δυνατά τα κυπροκούδουνά τους.
    Την παραμονή των Χριστουγέννων, συντροφιές από μικρά παιδιά γυρνούσαν από τα μεσάνυχτα μέχρι το πρωί, τραγουδώντας τα κάλαντα. Τα πολύ μικρά παιδιά, όσα δηλαδή δεν είχαν μάθει πολλά κάλαντα, έλεγαν συνήθως μόνο το παρακάτω τραγουδάκι: "Κόλιντρα κι μέλιντρα Χριστός γιννιέτι σήμιρα. Γιννιέτι κι βαφτίζιται στον ουρανό παγαίνει στου γάλα κι στου μέλι". Τα πιο μεγάλα παιδιά, αυτά δηλαδή που ήξεραν περισσότερα κάλαντα, είχαν για κάθε περίπτωση και το κατάλληλο τραγούδι.
    Μελετούσαν την οικογενειακή κατάσταση του κάθε χωριανού, το επάγγελμά του και έλεγαν το σχετικό τραγούδι Οι νοικοκυρές, μόλις άκουγαν το τραγούδι στην πόρτα τους, άνοιγαν και δέχονταν πρόσχαρα τα παιδιά και τα κερνούσαν, καρύδια, σύκα και άλλα φαγώσιμα και γλυκά.Στα σπίτια των κτηνοτρόφων η νοικοκυρά, αφού κέρναγε με ότι είχε τα παιδιά έχυνε στο πάτωμα στραγάλια, και τα μικρά παιδιά έσκυβαν να τα μαζέψουν βελάζοντας, όπως τα αρνιά. Μ' αυτό το έθιμο οι νοικοκυρές ήθελαν να μεγαλώσουν τα κοπάδια τους και να έχουν ευτυχία.Παλαιότερα, τα παιδιά έπαιρναν ξύλα και χτυπούσαν τις πόρτες για να τους ακούσουν οι νοικοκυραίοι και να τους ανοίξουν για να πουν τα κάλαντα.
    Τα παιδιά που νοιάζονταν για αγάπη και παντρειά, έλεγαν στους δρόμους το παρακάτω τραγούδι, για να το ακούσουν τα κορίτσια: "Ζύμωσε βλάχα, ζύμωσε, τις φτάζυμες κουλούρες την πιο αφράτη και τρανή εμένα να τη δώσεις για να τρανέψω γρήγορα γαμπρό για να με κάνεις".

    Τα φώτα
    Για τα Φώτα ο λαός πιστεύει πως είναι ο καιρός, η γιορτή που φεύγουν οι καλικάντζαροι γιατί φοβούνται την αγιαστούρα του παπά.
    Ο τρόμος τους αρχίζει από την παραμονή των Φώτων που γίνεται ο μικρός αγιασμός των παπάδων.
    Γι αυτό και το έθιμο του λαού λέει:
    Στις πέντε του Γενάρη Φεύγουν οι καλικαντζάροι Αλλά ο μεγάλος τους τρόμος είναι τα Φώτα.
    Εκείνα τους αποδιώχνουν ολότελα.
    Φεύγουν τότε λέγοντας: Φεύγετε να φεύγουμε κι έφτασε ο τουρλόπαπας με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του...
    Η γιορτή των Φώτων λέγεται και πρωτάγιαστη, γιατί αγιάζουνε τα νερά.
    Στην Κορώνη αυτή τη μέρα ανοίγουν τα κρασιά. Ρίχνουνε μάλιστα κι αγίασμα στα κρασοβάρελα.

    Παραδοσιακά Χριστουγεννιάτικα έθιμα
    Οι δεισιδαίμονες συνήθειες και προλήψεις που επικρατούσαν τότε, όπως παντού, και στις Σαράντα Εκκλησίες ήταν όχι λίγες.
    Πολλές απ'αυτές βρίσκουμε και σήμερα ακόμη, γιατί έχουν και κάποια βάση ή λογική, π.χ. να μην επισκέπτονται τη λεχώνα τη νύχτα και αυτή να μη βγαίνει μέχρι να σαραντίσει. Είναι λόγοι υγείας. Να και μερικές από τις συνήθειες που υπήρχαν.
    Στο σπίτι μας τηρούμε και τώρα αυτό το έθιμο. Φορούσαν, για το καλό του χρόνου, ένα καινούργιο ρούχο και φρόντιζαν να έχουν επιστρέψει ό,τι δανεικό είχαν τυχόν πάρει.
    Τραγουδούσαν ακόμα τις ευχές:
    σούρβα, σούρβα, γερο κορμί, γερό σταβρί, σαν ασήμ' σαν κρανιά, και τη χρόν'γουλ'γεροι και καλόκαρδοι. σούρβα, είναι ξηροί καρποί. η κρανιά έχει πολύ σκληρό ξύλο. σταβρί, πιθανόν να εννοεί το κεφάλι, το κούτελο.
    Από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Θεοφάνεια δε λούζονταν, περιμένοντας να αγιαστούν τα νερά.
    Τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, που τα περίμεναν γεμάτοι προσδοκία και για να φάνε ύστερα από τη νηστεία των σαράντα ημερών, έλεγαν τα κάλαντα, όπως παντού.
    Από βραδύς μαζεύονταν και με όργανα στολισμένα με κυπαρίσσια και αμάραντο, πήγαιναν πρώτα στο σπίτι του παπά, ύστερα στους πρόκριτους και τέλος στους γνωστούς και φίλους.
    Το τραγούδι του παπά.
    - Σήκω να πας αφέντη μου, και κάτσε στο σκολειό σου, και πάρ'τ'αργυρομαστραπά και νίψ'το πρόσωπο σου, και βγάλ'το δροσομάντηλο και νίψου και σφουγγίσου. Εννιά κλησιές εσήμαναν, τα μοναστήρια ψέλνουν, και τα μικρά δασκαλικά λένε το Κύριε ελέησον.
    Βάλτε κρασί μέσ'στο γιαλί κι'αφράτο παξιμάδι, και βρέξτε τα χριστιανικά να μας παρηγορήσουν.
    Ένα από τα κάλαντα των Χριστουγέννων.
    Χριστούγεν να, Χριστούγεννα πρώτη χαρά του κόσμου και ψες Χριστός γεννήθηκε και κόσμος δεν το νιώσε, και κόσμος ήταν κόμπιλα και βασιλές ατόσα.
    Και ψες εγύριζε ο Χριστός με δώδεκα κλωνάρια, και κει που πάει κι'ακούμπησε χρυσό δεντρί αξιώθη, και το δεντρί ήταν Χριστός και τα κλωνάρια άγγελοι κι αυτά τα πυκνοκλώναρα οι δώδεκα Απόστολοι. Κι απάνω στη φωλίτσα του περδίκια φωλιασμένα, και κάτω στη ριζίτσα του πηγάδια και λειβάδια, και κατεβαίνει η πέρδικα και παίρνει κι ανεβάζει, παίρνει νερό στα νύχια της και δρόσο στα φτερά της, δροσίζει, το Χριστό γεννά, παιχνίζει τον αφέντη. Και μεις τον αυγενίζουμε, πολλή χαρά στον κόσμον.
    Η ερμηνεία των παρακάτω λέξεων δίδεται με κάθε επιφύλαξη.
    κόμπιλα, κομπαστικός, δοξαστικός.
    ατόσα ,τρομερός, ακατανίκητος
    αυγενίζουμε,ατενίζουμε, λαμπρύνουμε, δοξολογούμε, βλέπουμε καθαρά Και ένα άλλο...
    Κυρά θεοτόκε εκοιλοπόνα εκοιλοπόνα και παρακάλειε τους άγιους όλους τους απόστολους τους απόστολους και αρχαγγέλους.
    Αγιαπόστολοι και αρχάγγελοι βοηθήστε με σ'αυτή την ώρα τη βλογημένη, τη δοξασμένη. Ώστε να πάει η μαμά να φέρει Χριστός γεννάται, ο ήλιος φέγγει σα νιο φεγγάρι, σαν παλληκάρι. Ένα της Πρωτοχρονιάς.
    Εδώ μας είπαν κι ήρθαμε σε τούτο το νοικοκύρη, πώχει τα σπίτια τα ψηλά, αυλές μαρμαρωμένες, έχει και τα παράθυρα χρυσά ακουμπισμένα.
    Αφέντη μου, στην τάβλα σου χρυσή καντήλα φέγγει, χωρίς το τέλι κρέμεται, χωρίς βορριά σειγιέται.
    Σα βάλεις λάδι και κέρι, φέγγει την αφεντιά σου, φέγγει τις δάφνες και δειπνούν, τις ξένοι κι αρμενούνε, φέγγει και τον αφέντη σου που κάται τρώει και πίνει.
    Ασήμια τα τραπέζια σου μάλαμα τα ταψιά σου μόσχο και δεντρολίβανο μυρίζουν τα φαγιά σου...κάται = κάθεται


    Συνημένες Εικόνες Συνημένες Εικόνες  
    Τελευταία επεξεργασία από το χρήστη monogramma59 : 27-09-08 στις 19:46

  9. Οι παρακάτω 3 χρήστες λένε ευχαριστώ στον/ην monogramma59 για αυτό το χρήσιμο Post.

    jimapos (19-01-09),Kranidi2006 (08-02-10),lekas106 (11-12-09)

Παρόμοια Θέματα

  1. Απαντήσεις: 0
    Τελευταίο Μήνυμα: 18-04-10, 4:01
  2. ΠΑΣΟΚΙΣΤΑΝΙΚΑ ΕΘΙΜΑ
    By alia in forum Πολιτικολογίες
    Απαντήσεις: 0
    Τελευταίο Μήνυμα: 30-01-10, 21:12
  3. Απαντήσεις: 4
    Τελευταίο Μήνυμα: 30-01-10, 4:05
  4. HΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ
    By Boemissa in forum Γενική Συζήτηση
    Απαντήσεις: 0
    Τελευταίο Μήνυμα: 19-04-09, 11:05
  5. ΚΟΝΤΑ ΣΤΙΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ
    By npsaras in forum Συζήτηση για τη Μουσική
    Απαντήσεις: 1
    Τελευταίο Μήνυμα: 13-06-08, 7:10

Visitors found this page by searching for:

θρακιώτικα ήθη και έθιμα

εθιμα και παραδοσεισ για τον μεγα στην βασιλειο περιοχη μου χαλκιδικη

ΉΘΗ ΚΑΙ ΈΘΙΜΑ ΤΗς ΚΑΠΠΑΔΟΚΊΑς

ανοιξετε την πορτα σας την σιδεροβγαλμενη να δουμε ναι την νυφη σας

ποκάμισο φιδιού παραδόσεις

αροριτες αρορα

τυχερό έβρου λαογραφικά ήθη και έθιμα

ΗΘΗ-ΚΑΙ-ΕΘΙΜΑ-ΤΗΣ-ΔΥΤΙΚΗΣ-ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

ηθη και εθιμα γενικα

θρακιωτικα εθιμα

βασιλοπιτα γρεβενα εθιμα

ΣΗΜΑΔΙΑ ΓΙΑ ΚΡΥΜΕΝΟΥΣ ΘΗΣΑΥΡΟΥΣ περιστερι με κομμενο φτερο

λαογραφικά έθιμα δωδεκαημέρου

εθιμα θεοφανειων στα παμφιλα

Κρητικά τραγούδια για το ελεομάζωμα

δυτικη μακεδονια παραδοσεις ηθη και εθιμα

εθιμα χριστουγεννων στο δροσερο του νομου κοζανησ

ηθη και εθιμα καππαδοκιας

εθιμα και παραδοσεισ τησ περιοχησ μασ τα οποια συνδεονται με τον μ.βασιλειο

ποντιακα εθιμα χριστουγεννων

θρακιωτικα ηθη και εθιμα

ηθη και εθιμα θρακιωτικα

χριστουγεννιατικα ηθη και εθιμα ηπειρου

γουρουνισιο κεφαλι πηχτη συνταγη

παραδειγματα ξενοφερτων εθιμων

SEO Blog

Members who have read this thread: 1

Tags for this Thread

Δικαιώματα - Επιλογές

  • You may not post new threads
  • You may not post replies
  • You may not post attachments
  • You may not edit your posts
  •  
  • BB code is σε λειτουργία
  • Τα Smilies είναι σε λειτουργία
  • Ο κώδικας [IMG] είναι σε λειτουργία
  • [VIDEO] code is σε λειτουργία
  • Ο κώδικας HTML είναι εκτός λειτουργίας
  • Trackbacks are σε λειτουργία
  • Pingbacks are σε λειτουργία
  • Refbacks are σε λειτουργία