Πως γνωρισα τον αερα και την θαλασσα


TAKING TURNS - 1863 William Marshall Brown

" Η πρώτη θύμηση της ζωής μου είναι ετούτη: σούρθηκα μπουσουλώντας στο κατώφλι,
δεν μπορούσα να σταθώ όρθιος, με λαχτάρα, με φόβο, πρόβαλα έξω στον ανοιχτό
αέρα της αυλής το ανάπαλο κεφάλι...τώρα δεν κοίταξα μονάχα, είδα για πρώτη φορά
τον κόσμο, όραμα καταπληκτικό! Το μικρό περβολάκι της αυλής μού φάνταξε απέραντο.
Βούισμα από χιλιάδες αόρατα μελίσσια, μυρωδιά μεθυστικιά, ήλιος ζεστός, πηχτός σα
μέλι, ο αγέρας άστραφτε σα να' ταν αρματωμένος με σπαθιά, κι ανάμεσα στα σπαθιά
προχωρούσαν καταπάνω μου έντομα με πολύχρωμες ακίνητες φτερούγες, όρθια, σαν
άγγελοι. Τρόμαξα, έσυρα φωνή, γέμισαν τα μάτια μου δάκρυα κι ο κόσμος αφανίστηκε.

Μιαν άλλη μέρα, θυμούμαι, ένας άντρας με αγκαθωτά γένια με πήρε στην αγκαλιά του
και με κατέβασε στο λιμάνι. Όσο ζυγώναμε άκουγα ένα θεριό να βρουχιέται και ν' αναστενάζει
σα να φοβέριζε ή σα να' ταν λαβωμένο. Κι εγώ φοβόμουν, τιναζούμουν μέσα στην αγκάλη
του αντρός, ήθελα να φύγω και σκλήριζα, σαν πουλί. ¶ξαφνα, δριμιά μυρωδιά από
χαρούπι, κατράμι και σαπημένα κίτρα. ¶νοιξαν τα σπλάχνα μου να τη δεχτούν κι έτριζαν.
Ανατιναζούμουν πεταρίζοντας μέσα στα μαλλιαρά χέρια που με σήκωναν,και στο
απογύρισμα ενός δρόμου, τι θεριό ήταν αυτό, τι δροσιά, τι απέραντο αναστέναγμα -
αλάκερη η θάλασσα, σκούρα λουλακιά, χοχλακιστή, όλο φωνές και μυρωδιές, χύθηκε
μέσα μου αφρίζοντας. Γκρεμίστηκαν τα μαλακά μελίγγια μου και γέμισε γέλια
αρμύρα και φόβο η κεφαλή μου..."

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ
Δ'
Ο γιος..

Σας ενοχλούν οι διαφημίσεις στο φόρουμ; Απλά συνδεθείτε για να εξαφανιστούν!